Έρευνα Reuters: Τα ελληνικά ΜΜΕ στον βωμό της «Λίστας Πέτσα»

Ψηφιακός κατακερματισμός, έλλειψη εμπιστοσύνης στις ειδήσεις, χαμηλή εκτίμηση για την ανεξαρτησία των Μέσων, αλλά και υψηλή χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης για ειδήσεις. Το ετήσιο report του Reuters Institute for the Study of Journalism δημοσιεύθηκε την Τετάρτη, 15 Ιουνίου, με τα αποτελέσματά του να μη τιμούν για ακόμη μια χρονιά, την Ελλάδα.

Είναι χαρακτηριστικό πως η χώρα μας έχει το χαμηλότερο ποσοστό πολιτών που πιστεύουν ότι ο Τύπος είναι απαλλαγμένος από αδικαιολόγητη πολιτική (7%) ή επιχειρηματική (8%) επιρροή σε 46 χώρες.

Σύμφωνα με την έκθεση του Reuters Institute Digital News Report για την κατάσταση στην Ελλάδα, οι αντιλήψεις περί μεροληψίας των μέσων ενημέρωσης ήταν κεντρικής σημασίας στην πολιτική συζήτηση τη χρονιά που πέρασε. Το Reuters κάνει αναφορά στη «λίστα Πέτσα», καθώς όπως αναφέρει, η όλη διαμάχη εστίαση στο πώς δόθηκαν ενισχύσεις σε συγκεκριμένα media για τη μετάδοση των ειδήσεων σχετικά με τη Covid-19. Αναφορά γίνεται και στην έκθεση του Vouliwatch και στα αιτήματα περί διαφάνειας, σχετικά με τα κριτήρια πάνω στα οποία βασίστηκαν οι οικονομικές ενισχύσεις.

Το Reuters Institute for the Study of Journalism αναφέρει πως η κατάσταση έρχεται ως συνέχεια των ασαφών κριτηρίων για τις κρατικές επιχορηγήσεις στους ειδησεογραφικούς οργανισμούς της χώρας. Παράλληλα, αναφορά γίνεται και στην υπόθεση Καλογρίτσα και στις τηλεοπτικές άδειες. Όπως σημειώνει το Ινστιτούτο, σε αυτό το περιβάλλον δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός πως η Ελλάδα έχει το μικρότερο ποσοστό αναγνωστών που εκτιμούν πως ο Τύπος είναι απαλλαγμένος από πολιτικές μοχλεύσεις (7%) ή επιχειρηματικά συμφέροντα (8%), ανάμεσα σε 46 χώρες που ερευνήθηκαν.

Η αγορά διαδικτυακών ειδήσεων στην Ελλάδα είναι επίσης κατακερματισμένη. Το ενδιαφέρον του κοινού μοιράζεται μεταξύ πολλαπλών πηγών ειδήσεων, ενώ αναφορά γίνεται εδώ και στο NEWS 24/7 ως ένα από τα βασικά portal ενημέρωσης της χώρας. Το Ινστιτούτο σημειώνει πως πολλά ενημερωτικά site της χώρας δημιουργήθηκαν από δημοσιογράφους που εργάζονταν σε «παραδοσιακά» Μέσα και πέρασαν στον τομέα των επιχειρήσεων. Παρόλα αυτά, στην Ελλάδα δεν υπάρχει ακόμη κουλτούρα συνδρομής για λήψη ειδήσεων – ενημερωτικού υλικού. Παράλληλα, το περασμένο έτος το ενδιαφέρον για ειδήσεις στην Ελλάδα μειώθηκε κατά επτά ποσοστιαίες μονάδες, όπως βέβαια συνέβη στις περισσότερες εξεταζόμενες χώρες εν μέρει λόγω αιτιολογημένης κόπωσης λόγω της συνεχούς κυκλοφορίας πληροφοριών που σχετίζονταν με τη πανδημία και τη διαχείρισή της.

Το Ινστιτούτο υπογραμμίζει πως οι Έλληνες εκδότες σταδιακά επενδύουν περισσότερο στα Podcast. Μάλιστα, «παραδοσιακά» Μέσα περνούν πλέον στην digital εποχή, με τη Καθημερινή να αναφέρεται μεταξύ άλλων.

ΕΦΤΑ ΣΤΟΥΣ ΔΕΚΑ ΕΝΗΜΕΡΩΝΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΤΑ SOCIAL MEDIA

Ακόμη, στην Ελλάδα υψηλά παραμένει η χρήση των social media. Περίπου επτά στους δέκα (71%) των διαδικτυακών χρηστών της χώρας λαμβάνουν νέα με αυτόν τον τρόπο κάθε εβδομάδα, κάτι που έρχεται ως συνέπεια του κατακερματισμού στη διαδικτυακή αγορά Μέσων. Οι εκδότες κατανέμουν σημαντικό χρόνο και πόρους στις στρατηγικές ανάπτυξης των μέσων κοινωνικής δικτύωσης που διαθέτουν, καθώς οι πλατφόρμες αυτές φέρνουν μεγάλο μερίδιο επισκεψιμότητας προς τις ειδησεογραφικές ιστοσελίδες. TikTok, Instagram και Facebook, εξακολουθούν να έρχονται στις πρώτες θέσεις χρήσης, με το 53% του «ψηφιακού» πληθυσμού να τα χρησιμοποιεί για ενημέρωση.

Το Ινστιτούτο παρατηρεί πως κατά τη διάρκεια των εμβολιαστικών περιόδων, η συζήτηση για τον ρόλο των social media εντάθηκε στη χώρα μας ιδιαίτερα λόγω των αντιεμβολιαστών στο Facebook. Το Reuters Institute for the Study of Journalism στέκεται και στην αναφορά του πρωθυπουργού, Κυριάκου Μητσοτάκη, ο οποίος είχε αποκαλέσει τα social media ως «απειλή για τη δημοκρατία», ενώ αναφορά γίνεται και στον Νόμο που ψηφίστηκε στη Βουλή ο οποίος καθιστά τη διάδοση των fake news, ποινικό αδίκημα.

Παράλληλα, η αγορά των τηλεοπτικών ειδήσεων, παραμένει ισχυρή στη χώρα. Στα «highlights» της περιόδου της πανδημίας αναφέρεται η επαναλειτουργία του MEGA το οποίο ανέκτησε μια ηγετική θέση στη λίστα των μη digital ειδησεογραφικών πηγών.

Ακόμη, αναφορά γίνεται στην ΕΡΤ η οποία όπως τονίζεται, μπήκε στη digital εποχή. Ακόμη, η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία τερμάτισε την επίσημη συνεργασία μεταξύ του Αθηναϊκού-Μακεδονικού Πρακτορείου Ειδήσεων και της ρωσικής κρατικής υπηρεσίας ενημέρωσης, Rossiya Segodnya.

Όπως αναφέρει ακόμη το Reuters Institute Digital News Report, η διάδοση του διαδικτύου στη χώρα, είναι στο 73% σε πληθυσμό 11,1 εκ. ανθρώπων. Μόλις το 11% πληρώνει για να λαμβάνει ενημέρωση.

Έρευνα Reuters: Τα ελληνικά ΜΜΕ στον βωμό της
 REUTERS INSTITUTE DIGITAL NEWS REPORT
Έρευνα Reuters: Τα ελληνικά ΜΜΕ στον βωμό της
 REUTERS INSTITUTE DIGITAL NEWS REPORT

Σε ο,τι αφορά τα devices που χρησιμοποιούνται, τα Smartphones εκτόπισαν τους υπολογιστές. Η χρήση της τηλεόρασης έπεσε επίσης κατά 7 μονάδες, πριν την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία. Η χρήση των social media, δεν επηρεάστηκε. Η digital ενημέρωση έρχεται στη πρώτη θέση.

Έρευνα Reuters: Τα ελληνικά ΜΜΕ στον βωμό της
Έρευνα Reuters: Τα ελληνικά ΜΜΕ στον βωμό της
 REUTERS INSTITUTE DIGITAL NEWS REPORT
Έρευνα Reuters: Τα ελληνικά ΜΜΕ στον βωμό της
 REUTERS INSTITUTE DIGITAL NEWS REPORT
Έρευνα Reuters: Τα ελληνικά ΜΜΕ στον βωμό της
 REUTERS INSTITUTE DIGITAL NEWS REPORT
Έρευνα Reuters: Τα ελληνικά ΜΜΕ στον βωμό της
 REUTERS INSTITUTE DIGITAL NEWS REPORT

Σημειώνεται πως τo ελληνικό report υπογράφει ο κ. Αντώνης Καλογερόπουλος από το Πανεπιστήμιο του Λίβερπουλ.

Συνολικά, η Φινλανδία παραμένει η χώρα με τα υψηλότερα επίπεδα συνολικής εμπιστοσύνης (69%), καταγράφοντας αύξηση τεσσάρων μονάδων μέσα στη πανδημία.

Στον αντίποδα, στις ΗΠΑ η εμπιστοσύνη έπεσε κατά τρεις μονάδες ενώ η χώρα παραμένει στη τελευταία θέση της έρευνας μαζί με τη Σλοβακία, στο 26%. Η αξιοπιστία στην Ελλάδα είναι στο χαμηλό του 27%, στις τελευταίες θέσεις στην Ευρώπη μαζί με Σλοβακία, και Ουγγαρία.

Έρευνα Reuters: Τα ελληνικά ΜΜΕ στον βωμό της
 REUTERS INSTITUTE DIGITAL NEWS REPORT

Στην Ευρώπη υπάρχουν πτώσεις στη Ρουμανία (-9), στην Κροατία (-7), στην Πολωνία (-6), στην Ελβετία (-5), στην Αυστρία (-5), στην Ελλάδα (-5), στην Ιταλία (-5) και Ισπανία (-4). Στη Λατινική Αμερική, η εμπιστοσύνη είναι πεσμένη στη Βραζιλία (-6) και στην Κολομβία (-3).

Μεικτή είναι η εικόνα στην Αφρική, με πτώση στην Κένυα (-4) αλλά ισχυρή αύξηση στη Νότια Αφρική (+9) και τη Νιγηρία (+4). Τέλος, στην Ασία, η εμπιστοσύνη έχει αυξηθεί στις Φιλιππίνες (+5) και στην Ιαπωνία (+2), αλλά έχει πέσει στη Μαλαισία (-5) και στην Ταϊβάν (-4).

Μόνο μια μικρή μειοψηφία πιστεύει ότι οι ειδήσεις είναι απαλλαγμένες από αδικαιολόγητη πολιτική επιρροή: στην Ελλάδα (7%), στην Ουγγαρία (15%), στη Βουλγαρία (15%), στη Σλοβακία (16%), στην Τσεχία (17%), στην Κροατία (18%) και την Πολωνία (19%). Βλέπουμε παρόμοια χαμηλά επίπεδα σε ορισμένες χώρες της Νότιας Ευρώπης, όπως η Ιταλία (13%) και η Ισπανία (13%), όπου υπάρχει επίσης μια ισχυρή παράδοση κομματικής-πολιτικής επιρροής στα μέσα ενημέρωσης. Στη Φινλανδία το 50% πιστεύει πως τα ΜΜΕ είναι ανεξάρτητα.

Έρευνα Reuters: Τα ελληνικά ΜΜΕ στον βωμό της
 REUTERS INSTITUTE DIGITAL NEWS REPORT

Ωστόσο, μια μεγάλη μειοψηφία αμφισβητεί επίσης τις προτεραιότητες των ίδιων των ειδησεογραφικών οργανισμών. Σε όλες τις αγορές, μόλις το 19% λέει ότι όλοι ή οι περισσότεροι ειδησεογραφικοί οργανισμοί βάζουν ως κύριο γνώμονά τους το κοινωνικό συμφέρον, πάνω από τα δικά τους εμπορικά ή πολιτικά συμφέροντα. Πρακτικά, καταγράφεται ένας κυνισμός σχετικά με τα υποκείμενα κίνητρα πολλών εκδοτών ή ίσως έναν πιο σκληρό ρεαλισμό εκ μέρους των αναγνωστών.

Ακόμη, η κάλυψη των διεθνών εξελίξεων, αλλά και η κάλυψη της πανδημίας, φαίνεται πως επηρέασαν και την αξιοπιστία των κρατικών φορέων ενημέρωσης, όπως το BBC. Η εμπιστοσύνη στο BBC, έπεσε 20 ολόκληρες μονάδες, μέσα σε πέντε χρόνια.

Έρευνα Reuters: Τα ελληνικά ΜΜΕ στον βωμό της

Η Νορβηγία παραμένει πρώτη στις συνδρομές για ειδήσεις.

Συνολικά, το Facebook και το YouTube παραμένουν πρώτα σε χρήση για ενημέρωση.

Τέλος, η χώρα μας είναι στις πρώτες θέσεις παγκοσμίως σε ο,τι αφορά τη πρόσληψη ειδήσεων σε κειμενική μορφή.

Συμπερασματικά, το Reuters παρατηρεί πως πλέον περισσότεροι άνθρωποι αποσυνδέονται, το ενδιαφέρον για ειδήσεις μειώνεται, η επιλεκτική αποφυγή ειδήσεων αυξάνεται και η εμπιστοσύνη δεν είναι δεδομένη. Η κρίση στην Ουκρανία, και πριν από αυτήν η πανδημία COVID-19, υπενθύμισαν στους ανθρώπους την αξία της ακριβούς και δίκαιης αναφοράς των πηγών στη μετάδοση της πληροφορίας, σε μια λειτουργία που πλησιάζει όσο το δυνατόν περισσότερο την αλήθεια. Παράλληλα, οι τοξικές διαδικτυακές συζητήσεις απομακρύνουν πολλούς ανθρώπους – προσωρινά ή μόνιμα από τα social media, κάτι που βέβαια δεν παρατηρείται στη χώρα μας. Πρακτικά, αυτό αποτυπώνεται στην αύξηση των συνδρομών, σε παγκόσμιο επίπεδο.

Οι διαδοχικές κρίσεις σε παγκόσμιο επίπεδο, έχουν αυξήσει την ανάγκη του κόσμου για έγκυρη ενημέρωση, επαναπροσδιορίζοντας τις αξίες των ίδιων των Μέσων τα οποία έρχονται αντιμέτωπα με τον εαυτό τους και το έργο που επιτελούν (ή δεν επιτελούν).

Τέλος, το στρες έχει παίξει το δικό του ρόλο. Συνολικά, περί τους 4 στους 10 ερωτηθέντες (το 38%) δήλωσαν ότι τους συμβαίνει να αποφεύγουν σκοπίμως την ενημέρωση, έναντι 29% το 2017. Σε διάστημα 5 ετών, αυτό το ποσοστό διπλασιάσθηκε στην Βραζιλία (54%) και στο Ηνωμένο Βασίλειο (46%). Στην Γαλλία βρίσκεται στο 36% (έναντι 33% το 2019 και 29% το 2017).

Η στάση αυτή, της αποφυγής, ή τουλάχιστον της επιλογής των ειδήσεων είναι λιγότερο αυξημένη στην Σουηδία, την Νορβηγία, την Φινλανδία, την Δανία (20%) και στην Ιαπωνία.

Για να δικαιολογηθούν, περίπου οι μισοί (το 43%) δηλώνουν ότι αποφεύγουν τις ειδήσεις διότι επαναλαμβάνονται, κυρίως η ενημέρωση που αφορά την Covid και οι πολιτικές ειδήσεις. Ενα ποσοστό που φθάνει το 8% και αφορά κυρίως νέους δηλώνει ότι αποφεύγει τις ειδήσεις, διότι είναι υπερβολικά πολύπλοκες για να τις κατανοήσουν. Οι ερευνητές θεωρούν ότι αυτό μπορεί να παρακινήσει τα μέσα ενημέρωσης να χρησιμοποιούν πιο απλή γλώσσα και να εξηγούν καλύτερα τα πολύπλοκα θέματα.

Το 29% των ανθρώπων που αποφεύγουν τις ειδήσεις πιστεύουν ότι δεν είναι αντικειμενικές.

ΔΕΙΤΕ ΟΛΗ ΤΗΝ ΕΡΕΥΝΑ

Η ετήσια έκθεση για την ψηφιακή ενημέρωση (Digital News Report) βασίζεται στις online δημοσκοπήσεις που πραγματοποιεί η εταιρεία YouGov σε δείγμα 93.000 ατόμων από 46 χώρες. Αυτήν την χρονιά, πραγματοποιήθηκε στο διάστημα από το τέλος του Ιανουαρίου μέχρι στις αρχές του Φεβρουαρίου και στην συνέχεια σε δεύτερη φάση τον Απρίλιο σε δείγμα 5.000 ατόμων σε πέντε χώρες (Ηνωμένο Βασίλειο, Ηνωμένες Πολιτείες, Γερμανία, Πολωνία και Βραζιλία) με στόχο τον εμπλουτισμό των αποτελεσμάτων περιλαμβάνοντας τον πόλεμο στην Ουκρανία. Το Reuters Institute for the Study of Journalism (Ινστιτούτο Reuters για την Mελέτη της Δημοσιογραφίας) ανήκει στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης.

Αναδημοσίευση από news247.gr/