Το δικαίωμα ετήσιας άδειας του εργαζόμενου και η συσχέτιση με την αναρρωτική άδεια

της Νατάσας Πατερέλη*

Το δικαίωμα ετήσιας άδειας μετ’ αποδοχών συνιστά ουσιώδη αρχή του κοινωνικού δικαίου της Ένωσης.

Η αρχή αυτή πηγάζει τόσο από πράξεις που έχουν καταρτιστεί από τα κράτη μέλη σε επίπεδο Ένωσης, όπως ο Κοινοτικός Χάρτης των Θεμελιωδών Κοινωνικών Δικαιωμάτων των Εργαζομένων, όσο και από διεθνή κείμενα στην κατάρτιση των οποίων τα εν λόγω κράτη μέλη έχουν συμπράξει ή στα οποία αυτά έχουν προσχωρήσει. Μεταξύ των διεθνών αυτών κειμένων περιλαμβάνεται ο Ευρωπαϊκός Κοινωνικός Χάρτης, στον οποίο όλα τα κράτη μέλη είναι συμβαλλόμενα μέρη.

Πρέπει, επίσης, να γίνει μνεία της Συμβάσεως 132 της Διεθνούς Οργανώσεως Εργασίας, της 24ης Ιουνίου 1970, περί της ετήσιας άδειας μετ’ αποδοχών (αναθεωρηθείσα), η οποία, όπως επισήμανε το Δικαστήριο (ΔΕΚ) στις σκέψεις 37 και 38 της αποφάσεως C-350/06 και C-520/06, διατυπώνει τις αρχές της εν λόγω Οργανώσεως, οι οποίες πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, όπως διευκρινίζει. Συνεπώς, το άρθρο 7 της οδηγίας 93/104 και το άρθρο 7 της οδηγίας 2003/88 δεν κατοχύρωσαν αφ’ εαυτών το δικαίωμα ετήσιας άδειας μετ’ αποδοχών, το οποίο ως εκ τούτου πηγάζει, μεταξύ άλλων, από διάφορα διεθνή κείμενα και έχει επιτακτικό χαρακτήρα, ως ουσιώδης αρχή του κοινωνικού δικαίου της Ένωσης (βλ. υπ’ αυτή την έννοια, απόφαση της 16ης Μαρτίου 2006, Robinson-Steele κ.λπ., C-131/04 και C-257/04, EU:C:2006:177, σκέψεις 48 και 68). Επομένως, σε περίπτωση που είναι αδύνατη η ερμηνεία της επίμαχης στην κύρια δίκη εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως, κατά τρόπο ώστε να συνάδει προς το ενωσιακό δίκαιο, το αιτούν εθνικό δικαστήριο οφείλει, να διασφαλίσει, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του, την έννομη προστασία που παρέχουν οι εν λόγω διατάξεις και να εγγυηθεί την πλήρη αποτελεσματικότητά τους, αφήνοντας εν ανάγκη ανεφάρμοστη την εν λόγω εθνική κανονιστική ρύθμιση. (βλ. κατ` αναλογίαν, απόφαση της 17ης Απριλίου 2018, Egenberger, C- 414/16, EU:C:2018:257, σκέψη 79).

Επίσης, το δικαίωμα ετήσιας άδειας μετ’ αποδοχών του εργαζομένου προβλέπεται στο ενωσιακό δίκαιο από την Οδηγία 2003/88/ΕΚ, η οποία κωδικοποίησε τις διατάξεις της οδηγίας 93/104, την οποία και κατάργησε. Το άρθρο 7 της οδηγίας 2003/88, το οποίο έχει πανομοιότυπη διατύπωση με το άρθρο 7 της οδηγίας 93/104, έχει ως εξής: «1. Τα κράτη μέλη θεσπίζουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να παρέχεται σε όλους τους εργαζομένους ετήσια άδεια μετ’ αποδοχών διάρκειας τουλάχιστον τεσσάρων εβδομάδων, σύμφωνα με τους όρους που προβλέπουν οι εθνικές νομοθεσίες ή/και πρακτικές για την απόκτηση του σχετικού δικαιώματος και τη χορήγηση της άδειας. 2. Η ελάχιστη περίοδος ετήσιας άδειας μετ’ αποδοχών μπορεί να αντικαθίσταται από χρηματική αποζημίωση μόνον σε περίπτωση τερματισμού της εργασιακής σχέσης». Το, δε, άρθρο 17 της οδηγίας 2003/88 προβλέπει ότι τα κράτη μέλη μπορούν να παρεκκλίνουν από ορισμένες διατάξεις της, πλην όμως, δεν επιτρέπεται καμία παρέκκλιση όσον αφορά το άρθρο 7. Ως προς το ζήτημα αυτό, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου – ΔΕΚ (απόφαση 6-11-2018 ΔΕΚ C-684/2016, ΔΕΚ C-619/2016), η εν λόγω διάταξη απαγορεύει εθνικές διατάξεις ή πρακτικές οι οποίες προβλέπουν ότι, κατά τη λύση της σχέσεως εργασίας, ουδεμία χρηματική αποζημίωση για μη ληφθείσα ετήσια άδεια μετ’ αποδοχών καταβάλλεται στον εργαζόμενο, ο οποίος δεν ήταν σε θέση να ασκήσει το δικαίωμά του για ετήσια άδεια μετ` αποδοχών, ιδίως επειδή ευρισκόταν σε αναρρωτική άδεια κατά τη διάρκεια ολόκληρης ή μέρους της περιόδου αναφοράς ή/ και μιας περιόδου μεταφοράς (αποφάσεις της 20ής Ιανουαρίου 2009, Schultz-Hoff κ.λπ., C- 350/06 και C-520/06, EU:C:2009:18, σκέψη 62 της 20ής Ιουλίου 2016, Maschek, C-341/15, EU:C:2016:576, σκέψη 31, καθώς και της 29ης Νοεμβρίου 2017, King, C-214/16, EU:C:2017:914, σκέψη 65). Το Δικαστήριο (ΔΕΚ) έχει ιδίως διευκρινίσει ότι το άρθρο 7 παρ. 1 της οδηγίας 2003/88 δεν απαγορεύει, καταρχήν, εθνική ρύθμιση η οποία προβλέπει λεπτομερείς κανόνες για την άσκηση του δικαιώματος ετήσιας άδειας μετ’ αποδοχών που απονέμεται ρητώς από την ως άνω οδηγία, οι οποίοι περιλαμβάνουν ακόμη και την απώλεια του εν λόγω δικαιώματος κατά τη λήξη μιας περιόδου αναφοράς ή μιας περιόδου μεταφοράς, υπό την προϋπόθεση όμως ότι ο εργαζόμενος του οποίου το δικαίωμα ετήσιας άδειας μετ’ αποδοχών αποσβέσθηκε είχε πράγματι τη δυνατότητα να ασκήσει το δικαίωμα που του απονέμει η εν λόγω οδηγία (απόφαση C-350/06 και C-520/06, ως ανωτέρω).

Στο ως άνω πλαίσιο, υπενθυμίζεται, τέλος, ότι το θεμελιώδες δικαίωμα ετήσιας άδειας μετ’ αποδοχών, που κατοχυρώνεται, επίσης, με το άρθρο 31 παρ. 2 του Χάρτη Θεμελιωδών Κοινωνικών Δικαιωμάτων των Εργαζομένων, επιτρέπεται να περιοριστεί, μόνον εφόσον τηρούνται οι αυστηρές προϋποθέσεις που προβλέπει το άρθρο 52 παρ. 1 του Χάρτη και, ιδίως, εφόσον δεν θίγεται το βασικό περιεχόμενο του εν λόγω δικαιώματος. Συνεπώς, τα κράτη μέλη δεν δύνανται να παρεκκλίνουν από την αρχή που απορρέει από το άρθρο 7 της οδηγίας 2003/88, σε συνδυασμό με το άρθρο 31 παρ. 2 του Χάρτη Θεμελιωδών Κοινωνικών Δικαιωμάτων των Εργαζομένων. Στο εθνικό δικαστήριο, δε, εναπόκειται να εξακριβώσει, αν είναι δυνατή ερμηνεία της επίμαχης στην κύρια δίκη εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως, η οποία να είναι σύμφωνη προς το άρθρο 7 παρ. 1 και 2 της οδηγίας 2003/88 και το άρθρο 31 παρ. 2 του Χάρτη. Η αρχή της σύμφωνης ερμηνείας επιβάλλει, επίσης, στα εθνικά δικαστήρια την υποχρέωση αυτών να τροποποιούν, αν παρίσταται ανάγκη, την πάγια νομολογία τους, σε περίπτωση που αυτή στηρίζεται σε ερμηνεία του εσωτερικού δικαίου, η οποία δεν συμβιβάζεται με τους σκοπούς της εκάστοτε οδηγίας. Ως εκ τούτου, δεν θα ήταν ορθή η κρίση εθνικού δικαστηρίου ότι αδυνατεί να ερμηνεύσει εθνική διάταξη σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης για το λόγο και μόνον ότι η διάταξη αυτή έχει ερμηνευθεί παγίως κατά τρόπο μη συνάδοντα προς το δίκαιο αυτό (απόφαση της 17ης Απριλίου 2018, Egenberger, C-414/16, EU:C:2018:257, σκέψεις 72 και 73 καθώς και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

Αναφορικά με το εθνικό μας δίκαιο, πρέπει να επισημανθεί ότι το άρθρο 7 της προηγούμενης Οδηγίας 93/104/ΕΚ (ΦΕΚ Α΄ 94/13-5-1999) ενσωματώθηκε στο ελληνικό δίκαιο με το ΠΔ 88/1999, που εκδόθηκε προς συμμόρφωση σε αυτήν. Το άρθρο 7 του ΠΔ 88/1999 ορίζει, ειδικότερα, ότι: τα διαστήματα αποχής των μισθωτών από την εργασία τους λόγω βραχείας σχετικώς διάρκειας ασθένειας, καθώς και τα διαστήματα στράτευσης, απεργίας ή ανωτέρας βίας, όπως αυτά καθορίζονται από τις ισχύουσες διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, θεωρούνται ως χρόνος απασχόλησης και δεν συμψηφίζονται με τις ημέρες αδείας που δικαιούνται οι εργαζόμενοι. Το, δε, άρθρο 2 παρ. 1 του ΑΝ 539/1945, όπως ήδη ισχύει, ορίζει ότι: «1. Κάθε μισθωτός από την έναρξη της εργασίας του σε υπόχρεη επιχείρηση και μέχρι τη συμπλήρωση δώδεκα (12) μηνών συνεχούς απασχόλησης δικαιούται να λάβει ποσοστό της ετήσιας κανονικής άδειας με αποδοχές κατ’ αναλογία με το χρόνο εργασίας που έχει συμπληρώσει στην ίδια υπόχρεη επιχείρηση […]», ενώ και στην παρ. 6 του ίδιου άρθρου (2ου) ορίζεται ότι για τον υπολογισμό του ανωτέρω χρόνου απασχολήσεως, τα διαστήματα, κατά τα οποία ο μισθωτός απείχε ή απέχει από την απασχόλησή του στην υποκείμενη επιχείρηση λόγω βραχείας σχετικώς διάρκειας ασθένειας, στράτευσης, απεργίας, ανταπεργίας ή ανώτερης βίας δεν θεωρούνται ως χρόνος μη απασχόλησης, ούτε συμψηφίζονται προς τις ημέρες άδειας τις οποίες αυτός δικαιούται. Δηλαδή, η παράγραφος 7 περ. γ΄ του ΠΔ 88/1999, που εκδόθηκε σε συμμόρφωση της προηγούμενης οδηγίας 93/104 και ενσωμάτωσε αυτήν στο εθνικό δίκαιο είναι ταυτόσημη με το άρθρο 2 παρ. 6 του ΑΝ 539/1945.

Συμπερασματικά και υπό το πρίσμα του ενωσιακού δικαίου, με βάση όλα τα παραπάνω, 1) η Οδηγία 2003/88 η οποία κωδικοποίησε την οδηγία 93/104/ΕΚ, η οποία ενσωματώθηκε στο ελληνικό δίκαιο με το ΠΔ 88/1999 προς συμμόρφωση αυτής, είναι δεσμευτική για τον εθνικό δικαστή ο οποίος οφείλει, στο μέτρο του δυνατού, να ερμηνεύει το εσωτερικό δίκαιο, υπό το φως του κειμένου και του σκοπού της Οδηγίας, προκειμένου να επιτευχθούν τα επιδιωκόμενα από αυτήν αποτελέσματα, προκρίνοντας την ερμηνεία των εθνικών κανόνων που είναι η πλέον σύμφωνη προς το σκοπό αυτό, για να καταλήξουν έτσι σε λύση συμβατή προς τις διατάξεις της οδηγίας.

Συνεπώς, η βούληση του εθνικού νομοθέτη, όπως αποτυπώνεται στο άρθρο 2 παρ. 6 του ΑΝ 539/1945 περί βραχείας ασθένειας πρέπει να ερμηνευθεί σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο, κατά το οποίο ο εργαζόμενος που βρισκόταν σε αναρρωτική άδεια, η οποία συνεχίστηκε μέχρι τη λήξη της σχέσης εργασίας του και εξαιτίας του λόγου αυτού δεν μπόρεσε να ασκήσει το δικαίωμά του για λήψη της ετήσιας άδειας μετ’ αποδοχών, έστω και εάν η απουσία του υπερβεί τα όρια της βραχείας ασθένειας δεν αποστερείται από το δικαίωμά του αυτό. Δηλαδή, στην περίπτωση αυτή η υπέρβαση των ορίων βραχείας ασθένειας δεν θεωρείται αδικαιολόγητη απουσία και δεν απομειώνει τις ημέρες της κανονικής άδειας και, εφόσον ο εργαζόμενος δεν άσκησε αυτουσίως (in natura) το δικαίωμα στην άδεια αναψυχής, αυτή μετατρέπεται σε χρηματική αξίωση και ο εργαζόμενος δικαιούται τις αποδοχές άδειας και το επίδομα άδειας λόγω του παρακολουθηματικού χαρακτήρα αυτών.

Επιπλέον, δέον να επισημανθεί ότι κατά το άρθρο 17 του ΠΔ 410/1988, ο προσληφθείς υπάλληλος του Δημοσίου με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, διατηρεί την αξίωση για τις αποδοχές, αν κωλύεται να εργασθεί για σπουδαίο λόγο, που δεν οφείλεται σε υπαιτιότητά του, ο χρόνος, δε, για τον οποίο διατηρείται η κατά τα ανωτέρω αξίωση για τις αποδοχές, δεν μπορεί να υπερβεί τον ένα μήνα για κάθε ημερολογιακό έτος, αν το κώλυμα επήλθε ένα τουλάχιστον έτος μετά την πρόσληψη, ή το μισό μήνα σε κάθε άλλη περίπτωση. Για το διάστημα αναρρωτικής άδειας πέραν του μηνός, ο μισθωτός δικαιούται επίδομα ασθενείας από τον ασφαλιστικό του φορέα. Κατά συνέπεια, εφόσον ο υπάλληλος εξαντλήσει το χρόνο αναρρωτικής άδειας με αποδοχές και συνεχίζεται η ασθένεια, απουσιάζει από την Υπηρεσία και εισπράττει επίδομα ασθενείας από τον ασφαλιστικό φορέα, χωρίς να λαμβάνει αποδοχές από την Υπηρεσία.

Ο χρόνος διάρκειας του κωλύματος υπολογίζεται είτε εφάπαξ είτε σε περισσότερα διαστήματα μικρότερης χρονικής διάρκειας. Οποιοδήποτε ποσό, το οποίο ο προσληφθείς δικαιούται να λάβει κατά τη διάρκεια του κωλύματος, λόγω υποχρεωτικής από το νόμο ασφάλισης, εκπίπτει από τις οφειλόμενες αποδοχές.

Ο εργαζόμενος που βρισκόταν σε αναρρωτική άδεια, η οποία συνεχίστηκε μέχρι τη λήξη της σχέσης εργασίας του και εξαιτίας του λόγου αυτού δεν μπόρεσε να ασκήσει το δικαίωμά του για λήψη της ετήσιας άδειας μετ’ αποδοχών, έστω και εάν η απουσία του υπερβεί τα όρια της βραχείας ασθένειας, δεν αποστερείται του δικαιώματός του αυτού – Εφόσον δεν άσκησε αυτουσίως το δικαίωμα στην άδεια αναψυχής, αυτή μετατρέπεται σε χρηματική αξίωση στις 3 Δεκεμβρίου 2021, ημεροχρονολογία υποχρέωσης εργοδότη προς εξάντληση χορήγησης αδειών.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 1, 3 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του ΑΝ 539/1945, όπως η παρ. 1 του άρθρου 4 συμπληρώθηκε µε την προσθήκη εδαφίου δια του άρθρου 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966 και η παρ. 1 του άρθρου 5 συμπληρώθηκε με την προσθήκη εδαφίου δια του άρθρου 3 του ΝΔ/τος 3755/1957, συνάγονται τα εξής:

Σε όλους τους μισθωτούς (πλην ελαχίστων εξαιρέσεων), οι οποίοι παρέχουν εξαρτημένη εργασία, τόσο στον ιδιωτικό, όσο και στο δημόσιο τομέα, είτε με έγκυρη σύμβαση, είτε με απλή σχέση εργασίας, πρέπει να χορηγείται μέσα σε κάθε ημερολογιακό έτος άδεια αναψυχής με τις συνήθεις αποδοχές.

Η άδεια αυτή, η οποία αποκαλείται «κανονική άδεια», για να ξεχωρίζει από τις άλλες μορφές αδείας, αποβλέπει αφενός, μεν, στη διατήρηση της σωματικής και ψυχικής ευεξίας των εργαζομένων, αφετέρου, δε, στη δυνατότητα συμμετοχής ενός εκάστου στα αγαθά του ελευθέρου χρόνου. Το δικαίωμα στην άδεια αναψυχής, που απορρέει ευθέως εκ του νόμου και δεν εξαρτάται από την ουσιώδη ή μη ανάλωση των παραγωγικών δυνάμεων του εργαζομένου, υφίσταται ανεξάρτητα προς το αν ο τελευταίος ζήτησε ή όχι τη χορήγηση της άδειας από τον εργοδότη.

Ο εργοδότης πρέπει σε κάθε περίπτωση να χορηγήσει την άδεια μέσα στο ημερολογιακό έτος για το οποίο πρόκειται. Η αίτηση, την οποία υποβάλει ο μισθωτός, έχει σημασία μόνο για τον προσδιορισμό της χρονικής περιόδου κατά την οποία ο τελευταίος επιθυμεί να λάβει την άδεια. Εάν για οποιοδήποτε λόγο δεν καταστεί εφικτή η χορήγηση της άδειας αυτούσια μέσα στο ημερολογιακό έτος, στο οποίο αυτή αντιστοιχεί, η αξίωση για την άδεια μετατρέπεται σε χρήμα. Τότε, λοιπόν, ο εργοδότης οφείλει να καταβάλει στον εργαζόμενο τις αποδοχές, τις οποίες θα κατέβαλλε, εάν ο τελευταίος είχε λάβει την άδεια (αποδοχές άδειας). Εάν, η μη χορήγηση της άδειας μπορεί να αποδοθεί σε πταίσμα του εργοδότη, αυτός οφείλει, ως αστική ποινή, προσαύξηση 100% επί των αποδοχών αδείας. Το πταίσμα του εργοδότη τεκμαίρεται, όταν αποδειχθεί ότι ο εργαζόμενος ζήτησε να του χορηγηθεί η άδεια, αλλά ο εργοδότης απέφυγε να τον ικανοποιήσει.

Επιπλέον το άρθρο 2 παρ. 6 του ΑΝ 539/1945, περί χορηγήσεως αδειών με αποδοχές στους μισθωτούς, ορίζει ότι, για τον υπολογισμό του χρόνου απασχόλησης του μισθωτού, τα χρονικά διαστήματα κατά τα οποία έχει απέχει από την απασχόλησή του για ασθένεια βραχείας διάρκειας, στράτευση, απεργία, ανταπεργία ή ανώτερη βία δεν εξομοιώνονται με χρόνο μη απασχόλησης και δεν συμψηφίζονται με τις ημέρες αδείας. Από τη διάταξη αυτή, αλλά και από τη γενικότερη διάταξη του άρθρου 667 ΑΚ, προκύπτει ότι, στις περιπτώσεις που ο μισθωτός δεν απέχει από την αποσχόλησή του για οποιαδήποτε από τις προαναφερόμενες αιτίες, αλλά απουσιάζει χωρίς δικαιολογία ή με την πρόφαση της συμμετοχής του σε απεργία, που δεν είναι νόμιμη, καταλογίζεται ο χρόνος της απουσίας του αυτής στη διάρκεια της αδείας του, από την οποία και αφαιρείται.

Σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 3 του Ν. 4558/1930, προβλέπεται ότι: «Ως βραχείας διαρκείας ασθένεια ερμηνεύεται η διαρκούσα ένα μήνα δι’ υπαλλήλους υπηρετούντας μέχρι τεσσάρων ετών, τρείς μήνας δι’ υπαλλήλους υπηρετούντας πλέον των τεσσάρων ετών, όχι όμως και πλέον των δέκα ετών, τέσσαρας μήνας δι’ υπαλλήλους υπηρετούντας πλέον των δέκα ετών, όχι όμως και πλέον των δέκα πέντε ετών, και έξι μήνας δια τους υπηρετούντας επί χρόνον ανωτέρον των δέκα πέντε ετών». Σύμφωνα, επομένως, με τις ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 6 ΑΝ 539/1945 και 5 παρ. 3 Ν.2112/1920, τα διαστήματα κατά τα οποία ο μισθωτός απέχει από την απασχόλησή του λόγω βραχείας σχετικής διάρκειας ασθένειας, θεωρούνται ως χρόνος απασχόλησης και δεν συμψηφίζονται προς τις ημέρες αδείας που αυτός δικαιούται, επομένως και δεν τις απομειώνουν. Ο λόγος θέσπισης της διάταξης αυτής είναι να μην αποστερείται από την κανονική του άδεια ο μισθωτός, που απέχει από την εργασία του λόγω βραχείας ασθένειας επί διαστήματα, που ποικίλλουν ανάλογα με τα έτη υπηρεσίας του.

*Η Νατάσα Πατερέλη είναι Δικηγόρος, με εξειδίκευση στο εργατικό και ασφαλιστικό δίκαιο

πηγή: dikigorosergatologos.gr