Νόμος Χατζηδάκη: Ένα χρόνο μετά, η υποβάθμιση του ΣΕΠΕ συνεχίζεται

Ένα χρόνο μετά την ψήφιση του νόμου Χατζηδάκη (Ν 4808/21) τα αποτελέσματα του είναι ορατά στην αγορά εργασίας.

Όσοι ασχολούμαστε με τα εργασιακά γνωρίζουμε ότι η προστατευτική εργατική νομοθεσία δεν παράγει αυτόματα με την ψήφιση της αποτελέσματα. Ο κάθε νόμος θέλει χρόνο και καλά σχεδιασμένες δράσεις για να περάσει στη συνείδηση και στην πρακτική εργαζομένων και εργοδοτών. Το αντίθετο ακριβώς ισχύει με τα νομοθετήματα που καταργούν προστατευτικές προβλέψεις για τον εργαζόμενο. Αυτές  υιοθετούνται και εφαρμόζονται άμεσα.

Για παράδειγμα τα αποτελέσματα του μέτρου της ηλεκτρονικής προδήλωσης των υπερωριών και της υπερεργασίας στο Π.Σ. ΕΡΓΑΝΗ που θεσμοθετήθηκε το 2017 άρχισαν να καταγράφονται από το 2018, υπερδιπλασιασμός επιχειρήσεων που δήλωναν ασφάλιζαν και πλήρωναν του εργαζόμενους τους για υπερωρία υπερεργασία. Το μέτρο αυτό σε συνδυασμό με ένα καλά οργανωμένο σχέδιο δράσης του ΣΕΠΕ έφερε αποτελέσματα γιατί κατάφερε να περάσει το μήνυμα ότι δεν είναι ανεκτή η απλήρωτη υπερωρία. Αν και η κυβέρνηση της ΝΔ με διάφορα προσχήματα ανέστειλε αυτή την υποχρέωση των εργοδοτών η κουλτούρα συμμόρφωσης συνέχισε να παράγει αποτελέσματα. Οι δηλωμένες υπερωρίες έμειναν σε υψηλό επίπεδο και για τα επόμενα χρόνια οδηγώντας σε αύξηση αποδοχών των εργαζομένων αλλά και των ασφαλιστικών εισφορών.

Η εικόνα άλλαξε δραματικά μετά την ψήφιση του νόμου Χατζηδάκη και την έκδοση της σχετικής ΥΑ που κατάργησε την υποχρέωση των εργοδοτών να καταχωρούν στο Π.Σ. ΕΡΓΑΝΗ την υπερεργασία των εργαζομένων τους. Από την στιγμή εκείνη και μετά η 9η ώρα εργασίας (και 10η και 11η ) έγινε ο νέος κανόνας, το «νόμιμο» ωράριο εργασίας χωρίς αποδοχές και χωρίς ασφάλιση ακυρώνοντας ό,τι με κόπο είχε επιτευχθεί τα προηγούμενα χρόνια.

Αυτό είναι ένα ελάχιστο παράδειγμα. Με τον νόμο Χατζηδάκη η εργασία με δικαιώματα δέχτηκε μια επίθεση σε 3 μέτωπα ταυτόχρονα. Δέχτηκε επίθεση το συλλογικό και το ατομικό εργατικό δίκαιο αλλά και μέσα από την «κατάργηση» του ΣΕΠΕ, του φορέα που είναι υπεύθυνος για την ρύθμιση της αγοράς εργασίας. Ο συνδυασμός και των 3 αυτών επιθέσεων άφησε τους εργαζόμενους πολλαπλά απροστάτευτους στέλνοντας το μήνυμα στους εργαζόμενους «βγάλτα πέρα μοναχός σου, μην καταγγέλλεις μη μιλάς».

Η ελληνική αγορά εργασίας είναι στο μεγαλύτερο μέρος της παραβατική. Δεν είναι τυχαίο που σύμφωνα με έκθεση της Ευρωπαϊκής Συνομοσπονδίας Συνδικάτων η Ελλάδα αξιολογείται στην τελευταία θέση της ΕΕ στην αξιοπρέπεια στην απασχόληση. Σε αυτό το πλαίσιο και με το δεδομένο ότι υπάρχουν πάνω από ένα εκατομμύριο ανέργων εγγεγραμμένων στην ΔΥΠΑ (ΟΑΕΔ) η παραμικρή απορύθμιση έχει μεγάλο αντίκτυπο στα εργασιακά.

Σε αυτή την αγορά εργασίας το ΣΕΠΕ έχει αποδείξει αυτά τα 24 χρόνια λειτουργίας του ότι όταν υπάρχει η πολιτική βούληση και σχέδιο δράσης μπορεί να παρέμβει αποτελεσματικά. Στο ΣΕΠΕ υπάρχει η συσσωρευμένη γνώση για την πραγματική κατάσταση της αγοράς εργασίας και για το πώς λειτουργεί στην πράξη. Αυτή η γνώση μαζί με το φιλότιμο και την ανεξαρτησία του επιθεωρητή εργασίας όπως προβλέπεται από τις διεθνής συμβάσεις είναι πολύτιμο εργαλείο για την διασφάλιση και τον σεβασμό των δικαιωμάτων των εργαζομένων

Η Κυβέρνηση της ΝΔ όμως μοιάζει να έχει βάλει ως στόχο να διαλύσει τον μοναδικό ελεγκτικό μηχανισμό της αγοράς εργασίας. Αλλάζοντας την οργανωτική του δομή για 2 φορές μέσα σε 3 χρόνια το γνωστό «ράβε ξήλωνε δουλειά να μην σου λείπει». Οι οργανωτικές αυτές αλλαγές καθώς γίνονται χωρίς κανέναν προηγούμενο σχεδιασμό αποσπούν τους ελάχιστους πόρους του φορέα από το κύριο έργο τους που είναι η παρέμβασή του στην αγορά εργασίας. Δεν υπάρχει καμία θεωρία Change Management που να  προτείνει αυτές τις Top-down διαδικασίες αλλαγής  στα τυφλά.  

Η Κυβέρνηση της ΝΔ τον Ιούλιο του 2019 «εν μια νυκτί», αποφάσισε την επιτελική υποβάθμιση του Σ.ΕΠ.Ε.. Αποφάσισε την μετατροπή του από Σώμα με Προϊστάμενο Ειδικό Γραμματέα υπαγόμενο απ ευθείας στον Υπουργό Εργασίας σε ακόμα μία Γενική Διεύθυνση του Υπουργείου Εργασίας υπαγόμενη στη Γενική Γραμματεία Εργασίας. Λίγο πριν κλείσουν τα 2 χρόνια με αυτή την αναποτελεσματική σε κάθε περίπτωση οργανωτική δομή η ίδια κυβέρνηση τον Ιούνιο του 2021 με τον εργασιακό νόμο του Χατζηδάκη αποφάσισε την κατάργηση του ΣΕΠΕ και το μετασχηματισμό του σε Ανεξάρτητη Αρχή Επιθεώρησης Εργασίας αναθέτοντας σε έναν διοικητή manager ως λευκή επιταγή τον μετασχηματισμό αυτό. Τι να σχολιάσει κανείς:  τον παραλογισμό της αντίφασης αυτών των δυο αποφάσεων, ότι δεν λαμβάνουν υπόψη τις δεσμεύσεις διεθνών συμβάσεων εργασίας (η ΓΣΕΕ έχει προσφύγει στον ILO για την καταστρατήγηση των ΔΣΕ 81 και 150), ότι είναι αντίθετες με την ευρωπαϊκή πρακτική, τις υπερεξουσίες του νέου διοικητή (ορισμός υπηρεσιών, κατάργηση τμημάτων, ορισμός προϊσταμένων, παύση τους, κ.λ.π.)  κλπ κλπ., τι;

Και μόνο η φράση που ακούγεται μέσα στη βουλή ότι «το ΣΕΠΕ καταργείται»  δίνει το λάθος μήνυμα τόσο σε εργοδότες όσο και σε εργαζόμενους γκρεμίζοντας ότι με κόπο είχε χτιστεί.

Αυτές τις μέρες, έναν χρόνο μετά αποφασίστηκε μέσα από μια αμφιλεγόμενη, σύμφωνα με δημοσιεύματα, και απόλυτα ελεγχόμενη από τον Υπουργό διαδικασία, ποιο στέλεχος του ιδιωτικού τομέα θα αναλάβει διοικητής της νέας ανεξάρτητης αρχής. Ο manager μέσα από μια top-down διαδικασία, χωρίς να υπάρξει πρόβλεψη συμμετοχής κοινωνικών εταίρων και εργαζομένων, θα στήσει τα πάντα από την αρχή. Θα γράψει τον κανονισμό λειτουργίας, εν ολίγοις θα καταργήσει και θα ξαναχτίσει τον φορέα. Ο οποίος θα υποχρεωθεί να τρέχει ταυτόχρονα δυο διαδικασίες: την δεύτερη αλλαγή του αλλά και την καθημερινή κρίσιμη για τον κόσμο της εργασίας λειτουργία του. Οι διαδικασίες αυτές θα κρατήσουν τις ήδη υποστελεχωμένες επιθεωρήσεις απασχολημένες με τα εσωτερικά τους ζητήματα.

Αυτή τη στιγμή τα αντίστοιχα ΣΕΠΕ σε όλη η Ευρώπη σχεδιάζουν μέτρα πρόληψης, μέτρα για τη δημιουργία κουλτούρας συμμόρφωσης, για να αλλάξουν τις παραβατικές συμπεριφορές των εργοδοτών. Εδώ στη χώρα μας αλλάζουμε ονόματα και οργανωτικά σχήματα. Δεν μπορεί να υπάρξει αλλαγή συμπεριφοράς εργαζομένων και εργοδοτών αν δεν δημιουργηθεί κλίμα εμπιστοσύνης στο μόνο μηχανισμό παρέμβασης στην αγορά εργασίας. Πώς να δημιουργηθεί όμως αυτό το κλίμα εμπιστοσύνης όταν ακόμα ούτε εμείς οι εργαζόμενοι δεν γνωρίζουμε ποια θα είναι αύριο η δομή του φορέα, οι διαδικασίες του οι στόχοι του κλπ; Όταν βγαίνει ο ίδιος ο αρμόδιος υπουργός και τον διαβάλει καθώς του καταλογίζει παρεμβάσεις της εκτελεστικής εξουσίας;  

Ακόμα και σ’ αυτές τις συνθήκες και την υποστελέχωση (λειτουργούν ακόμα και μονοπρόσωπα τμήματα) οι συνάδελφοί μου στις Επιθεωρήσεις της χώρας έχουν επίγνωση του κοινωνικού τους ρόλου, κρατούν τις υπηρεσίες όρθιες και δίνουν καθημερινές μάχες για την υπεράσπιση του κόσμου της εργασίας.

*Η Σταυρούλα Παπαδημητρίου είναι Επιθεωρήτρια Εργασίας – Μέλος του ΓΣ της ΑΔΕΔΥ και της Γραμματείας Ισότητας της ΑΔΕΔΥ.

πηγή: https://www.topontiki.gr/