ΕΑΕΚ -Για το νομοσχέδιο του Υπουργείου Εσωτερικών για την τηλεργασία στο δημόσιο

Η πανδημία και οι συνθήκες κοινωνικής αποστασιοποίησης που επέβαλλε, επιτάχυναν σειρά τεχνολογικών εξελίξεων που αλλάζουν ή αναμένεται να αλλάξουν τις εργασιακές συνθήκες ή ακόμη και την ίδια τη φύση της εργασίας.

Η στάση των συνδικάτων απέναντι στις δυνατότητες και τις αλλαγές που δημιουργούνται από την εξέλιξη της τεχνολογίας, προφανώς δεν μπορεί να είναι αφοριστική. Η εξέλιξη της τεχνολογίας δεν είναι εξ ορισμού καλή ή κακή, καθώς προσφέρει νέα δεδομένα και νέες ευκαιρίες , οι επιπτώσεις των οποίων στην κοινωνία -και τον κόσμο της εργασίας- είναι πεδίο της ταξικής πάλης και το τελικό αποτέλεσμα κρίνεται κάθε φορά από τις πολιτικές που θα κυριαρχήσουν και το περιεχόμενο που αυτές θα δώσουν στην χρήση της τεχνολογίας.                                                                                                                                 

Στις σημερινές συνθήκες καπιταλιστικής οργάνωσης της παραγωγής, με δεδομένους τους συσχετισμούς δύναμης μεταξύ κεφαλαίου – εργασίας, είναι σαφές ότι οι τεχνολογικές αλλαγές αξιοποιούνται κυρίως στην κατεύθυνση της αύξησης της παραγόμενης υπεραξίας, της αποστέρησης εργασιακών δικαιωμάτων, της αυξανόμενης εργασιακής επισφάλειας. Προκύπτουν, επίσης, μια σειρά κοινωνικά προβλήματα όπως η σύγχυση μεταξύ εργασιακού και ελεύθερου χρόνου ή της οικογενειακής ζωής. Παράλληλα ελλοχεύουν κίνδυνοι για παρακώλυση της συλλογικής συνδικαλιστικής  δράσης.

Στο πλαίσιο αυτό, η πάλη των εργαζομένων θα πρέπει να είναι η αξιοποίηση του ψηφιακού μετασχηματισμού με σκοπό τη βελτίωση των συνθηκών ζωής και εργασίας.

Εν προκειμένω με την τηλεργασία, δίνεται η δυνατότητα στους εργαζόμενους, λόγω της αυξημένης παραγωγικότητας, που προκύπτει από την ψηφιακή τεχνολογία, να απαιτήσουν τη μείωση του εργάσιμου χρόνου και την αύξηση των μισθών. Δίνεται ακόμη η δυνατότητα πρόσβασης στο εργασιακό περιβάλλον ανθρώπων που ήταν μέχρι τώρα αποκλεισμένοι, η μείωση του «ενεργειακού αποτυπώματος», που προκύπτει από τη μείωση των μετακινήσεων από και προς τους χώρους εργασίας αλλά και η αποκέντρωση. Σε κάθε περίπτωση, το άναρχο τοπίο που δημιούργησαν οι συνθήκες της πανδημίας, χρειάζεται ρύθμιση προς όφελος των εργαζομένων.

Αναφορικά με το νομοσχέδιο του Υπουργείου Εσωτερικών για την Τηλεργασία στο Δημόσιο, προκύπτουν οι παρακάτω παρατηρήσεις:

  • Παρότι εισάγεται η δυνατότητα αποσύνδεσης του τηλε-εργαζόμενου και ο οικειοθελής της χαρακτήρας, προκύπτουν αντιφάσεις και προβλήματα που μπορούν να θέσουν σε αμφισβήτηση τις προαναφερθείσες δυνατότητες.
  • Η τηλεργασία  για το νομοσχέδιο εννοείται ως μια ιδιαίτερη εργασιακή συνθήκη που επιτρέπει ελαστικότητα στο ωράριο. Σε συνδυασμό με το υπό κατάθεση νομοσχέδιο για τα εργασιακά, υπάρχει ο κίνδυνος πλήρους απορρύθμισης των εργασιακών συνθηκών και η εισαγωγή επισφαλών εργασιακών σχέσεων.
  • Ενώ υπάρχει αναφορά στη δυνατότητα παροχής από την υπηρεσία  «σταθμού τηλεργασίας» αυτή βρίσκεται υπό την αίρεση των δυνατοτήτων της υπηρεσίας. Ταυτόχρονα δεν υπάρχει αναφορά στην κάλυψη των εξόδων σύνδεσης(ίντερνετ και τηλεφωνία) αλλά και ενοικίου στέγασης, ψύξης και θέρμανσης από την χρήση της οικίας ως εργασιακού χώρου.
  •  Δεν υπάρχει αναφορά στην ανάγκη προστασίας των προσωπικών δεδομένων από κακόβουλες ψηφιακές πρακτικές, τόσο των εργαζομένων, όσων και των υπηρεσιακών δεδομένων. Δεν υπάρχει πρόβλεψη για τις νομικές ευθύνες που μπορεί να προκύψουν από τυχόν απώλειά τους στο πλαίσιο άσκησης τηλεργασίας.
  • Δεν συγκροτείται πλαίσιο καθορισμού επαγγελματικών ασθενειών ή ατυχημάτων που μπορεί να προκύψουν κατά την άσκηση τηλεργασίας.
  • Η δυνατότητα τηλεργασίας υπόκειται στο διευθυντικό δικαίωμα, χωρίς σαφές και ρυθμισμένο πλαίσιο με τον κίνδυνο αυθαίρετων διευθετήσεων σε βάρος εργαζομένων.
  • Το νομοσχέδιο αφήνει μια σειρά ζητήματα να επιλυθούν εκ των υστέρων με Υπουργικές Αποφάσεις, Προεδρικά Διατάγματα και Εγκυκλίους, επιδιώκοντας έτσι μια παρανομοθέτηση εν κρυπτώ και χωρίς διαβούλευση για κρίσιμα ζητήματα του νομοσχεδίου.