Οι σκιές μιας θριαμβευτικής επιστροφής

Χριστίνα Κοψίνη – εφσυν

Κρίσιμα ερωτήματα προς τον υπουργό Εργασίας για Επιθεωρητή, που ενώ ελέγχθηκε πειθαρχικά και είχε απομακρυνθεί για διαγραφές προστίμων, επανέρχεται σε αναβαθμισμένη θέση στην υπηρεσία εσωτερικού ελέγχου του Σώματος Επιθεωρητών Εργασίας.

Οι σκιές μιας θριαμβευτικής επιστροφής

Ενας πρώην διευθυντής του Σώματος Επιθεωρητών Εργασίας (ΣΕΠΕ), ο οποίος είχε κατηγορηθεί ότι σε συνεργασία με υφισταμένη του προχωρούσαν σε παράτυπες διαγραφές προστίμων που είχαν επιβληθεί σε επιχειρήσεις εντός της χωρικής αρμοδιότητας της διεύθυνσης που υπηρετούσε τότε και που με εισήγηση του πειθαρχικού και απόφαση της τότε υπουργού Εργασίας, Εφης Αχτσιόγλου, απομακρύνθηκε από το ΣΕΠΕ, τοποθετείται σήμερα στην Υπηρεσία Ειδικών Επιθεωρητών Εργασίας.

Δηλαδή επανέρχεται θριαμβευτικά όχι σε μια απλή Διεύθυνση του ΣΕΠΕ, αλλά στην υπηρεσία η οποία διενεργεί τους Εσωτερικούς Ελέγχους στο Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας, με ελεγκτικό έργο το οποίο εκτείνεται σε όλη την επικράτεια. Σε μια υπηρεσία όπου θα έχει αφενός την αρμοδιότητα του εσωτερικού ελέγχου, παρότι βαρύνεται με τα πιο σημαντικά παραπτώματα του Δημοσιοϋπαλληλικού Κώδικα, αφετέρου το «ελεγκτικό έργο» του θα μπορεί πλέον να επεκταθεί σε όλη την επικράτεια! Με λίγα λόγια, δεν αποκλείεται ο επιθεωρητής -με πειθαρχικές, ενδεχομένως και ποινικές εκκρεμότητες- να ελέγχει την ακεραιότητα λειτουργίας των Υπηρεσιών του ΣΕΠΕ. Επίσης και η υφιστάμενή του επανέρχεται στη θέση της.

Η αλλαγή θέσης στο παρά πέντε

Ενώ για δύο ολόκληρα χρόνια ο διωκόμενος πειθαρχικά υπάλληλος τελούσε σε αργία, η νυν πολιτική ηγεσία του υπουργείου Εργασίας και η γ.γ. Αννα Στρατινάκη, επικαλούμενες τώρα υπηρεσιακές ανάγκες, τον μετακινούν από την οργανική θέση που είχε (Διεύθυνση Προγραμματισμού και Συντονισμού Ασφαλείας και Υγείας στην Εργασία) και τον τοποθετούν στην Υπηρεσία Ειδικών Επιθεωρητών. Η μετακίνηση έγινε κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή, με την ταυτόχρονη μετακίνηση άλλου υπάλληλου από την Υπηρεσία Ειδικών Επιθεωρητών στη Διεύθυνση Προγραμματισμού και Συντονισμού Ασφαλείας και Υγείας στην Εργασία που σημειωτέον παρέμενε χωρίς διευθυντή από το 2019.

Γνωρίζει ο υπ. Εργασίας Κ. Χατζηδάκης αυτήν την εξέλιξη; Για ποιο λόγο αυτή η εσπευσμένη αλλαγή; Υπάρχει πόρισμα του Πειθαρχικού;

Το ιστορικό της υπόθεσης

Στις 8 Φεβρουαρίου 2019 η τότε πολιτική ηγεσία του υπουργείου διά στόματος της Εφης Αχτσιόγλου ανακοινώνει τα εξής: «Μετά τον έλεγχο που πραγματοποιήσαμε σε υπαλλήλους του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας, με πρωτοβουλία του Ειδικού Γραμματέα του Σώματος, Πάνου Κορφιάτη και τη συμβολή της Γενικής Επιθεωρήτριας Δημόσιας Διοίκησης, διαπιστώθηκε ότι δύο επιθεωρητές του ΣΕΠΕ προχωρούσαν σε παράτυπες διαγραφές προστίμων που είχαν επιβληθεί σε επιχειρήσεις. Θέσαμε τους δυο αυτούς υπαλλήλους σε αργία και τους απομακρύναμε από το Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας. Ο φάκελος που σχηματίστηκε έχει ήδη αποσταλεί στην Εισαγγελία για διερεύνηση και ποινικών ευθυνών. Η πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης & Κοινωνικής Αλληλεγγύης και του ΣΕΠΕ καθιστά σαφές ότι κανένα φαινόμενο διαφθοράς δεν είναι ανεκτό».

Τι είχε συμβεί; Ενα χρόνο πριν από την ανακοίνωση της πρώην υπουργού ο τότε ειδικός γραμματέας ΣΕΠΕ, Νάσος Ηλιόπουλος, ξεκίνησε τη διενέργεια εσωτερικού ελέγχου από την Υπηρεσία Ειδικών Επιθεωρητών της υπηρεσίας που υπηρετούσαν οι δύο υπάλληλοι. Κατά τον έλεγχο διαπιστώθηκε ότι πέραν των αμιγώς διοικητικών παραπτωμάτων (π.χ. αδικαιολόγητη απουσία επανειλημμένως) παρουσίαζαν ασυνήθιστα μεγάλο αριθμό προστίμων, τα οποία είτε δεν βεβαιώνονταν προς στην αρμόδια ΔΟΥ, είτε ακυρώνονταν.

Μετά την ολοκλήρωση του εσωτερικού ελέγχου και τα ευρήματα που προέκυψαν, διατάχθηκαν από τον μετέπειτα ειδικό γραμματέα ΣΕΠΕ, Πάνο Κορφιάτη, ένορκες διοικητικές εξετάσεις για τη διαπίστωση πειθαρχικών παραπτωμάτων. Παράλληλα, σε εξέλιξη ήταν κι ο έλεγχος από την γενική επιθεωρήτρια Δημόσιας Διοίκησης αναφορικά με το πόθεν έσχες των υπαλλήλων καθώς και από το πρώην Σώμα Επιθεωρητών – Ελεγκτών Δημόσιας Διοίκησης σχετικά με την ενδεχόμενη παράλληλη επιχειρηματική δραστηριότητα του συγκεκριμένου διευθυντή, με αφορμή καταγγελίες, σύμφωνα με τις οποίες αναφερόταν ως συμμετέχων στη διοίκηση ή ιδιοκτησία Κέντρου Επαγγελματικής Κατάρτισης (ΚΕΚ) δύο offshore εταιρειών, μίας υπηρεσίας ΕΞΥΠΠ μέσω συγγενικών προσώπων.

Το πειθαρχικό συμβούλιο του υπουργείου Eργασίας αποφάσισε την προσωρινή παύση των υπαλλήλων, με το ερώτημα της οριστικής τους παύσης και οι εν λόγω υπάλληλοι με απόφαση της κ. Αχτσιόγλου τέθηκαν σε αργία.

Στις αρχές του 2020, αρχές της πανδημίας και μετά την παρέλευση δύο ετών, δόθηκε ξαφνικά εντολή να διεξαχθούν δύο πειθαρχικές ανακρίσεις, μια για τον κάθε υπάλληλο ξεχωριστά, αδιευκρίνιστο για ποιους λόγους, καθώς είχαν ήδη διενεργηθεί ΕΔΕ από τις οποίες διαπιστωνόταν διάπραξη πειθαρχικών παραπτωμάτων από τους συγκεκριμένους υπαλλήλους. Παρ’ όλα αυτά τα πορίσματα των πειθαρχικών ανακρίσεων παραμένουν κρυμμένα.

Και φτάνουμε αισίως στον Φεβρουάριο του 2021 όπου εκδίδεται η διαπιστωτική πράξη του αρμόδιου διοικητικού οργάνου σύμφωνα με την οποία οι συγκεκριμένοι υπάλληλοι επανέρχονται θριαμβευτικά στην υπηρεσία, σαν να μην έχει γίνει τίποτα από όλα τα προηγούμενα!

Για ποιο λόγο οι δυο περιπτώσεις εξετάστηκαν εκ νέου και γιατί ξεχωριστά; Για ποιο λόγο επιστρέφουν στη θέση τους οι συγκεκριμένοι υπάλληλοι; Υπήρξε κάποια απόφαση –που όλοι αγνοούν- ή απλά παρήλθε ο χρόνος χωρίς καμία συνεδρίαση; Τυχαία η άπρακτη παρέλευση του χρόνου καθ’ όλο το χρονικό διάστημα του 2020 ή τρόπος κάλυψης τυχόν σκοπιμοτήτων; Η «Εφ.Συν.» πιστεύει ότι το θέμα είναι μείζον και ζητεί μια επίσημη απάντηση από τον υπουργό Εργασίας. Εκτός κι αν η όλη υπόθεση αποτελεί την πρόγευση του πολυδιαφημιζόμενου νέου συστήματος εσωτερικού ελέγχου.

Τι σηματοδοτεί μια τέτοια απόφαση; Περαιτέρω υποβάθμιση χωρίς καμία αμφιβολία όπου τα φαινόμενα διαφθοράς και προσπάθειες συγκάλυψης αυτών όχι μόνο γίνονται ανεκτά, αλλά επιβραβεύονται κιόλας στο πλαίσιο ενός φαντασιακού επιτελικού κράτους ή μήπως ο εσωτερικός έλεγχος και ο φάκελος που εστάλη στην Εισαγγελία ήταν απλώς μια πλάνη;

 Η «Εφ.Συν.», μέχρι να λάβει την απάντηση του υπουργείου, δεν δημοσιοποιεί ονόματα και περαιτέρω στοιχεία που έχει στην κατοχή της