Διονύσης Τεμπονέρας: Οι συνταξιούχοι και το μακρύ χέρι της κυβέρνησης

Από τις πρόσφατες αποφάσεις του ΣτΕ, αναδύεται μια υπόγεια διασύνδεση(;) εκτελεστικής και δικαστικής εξουσίας.

Οι παρενέργειες των αποφάσεων του ΣτΕ (1403-1407/2022), με τις οποίες απορρίφθηκαν οι αιτήσεις ακυρώσεως σωματείων και συνταξιούχων του ιδιωτικού τομέα, δεν σταματούν δυστυχώς, στην προφανώς κακή εξέλιξη και στην στέρηση των αναδρομικών του 11μήνου, από τους συνταξιούχους της χώρας.

Μια αποστροφή των αποφάσεων του ΣτΕ, αναδεικνύει μια «ύποπτη» μεταστροφή της νομολογίας, εξαιρετικά επικίνδυνη μελλοντικά, για τα δικαιώματα των εργαζομένων και των συνταξιούχων.

Η πρόσφατη 1403/2022 ΣτΕΟλ αναφέρει ότι : «Ο νομοθέτης προέβη στις ανωτέρω επιλογές αφού, όπως προκύπτει από τις οικείες αιτιολογικές εκθέσεις, στάθμισε την υποχρέωση εναρμονίσεως προς την νομολογία του ΣτΕ με την ανάγκη τηρήσεως των αρχών της χρηστής δημοσιονομικής διαχειρίσεως…».

Το Δικαστήριο εν προκειμένω δέχτηκε άκριτα, δηλαδή άνευ δικαστικού ελέγχου ότι, η αναφορά στην αιτιολογική έκθεση του ν.4714/2020 περί «των περιορισμένων δημοσιονομικών δυνατοτήτων της χώρας, της σημαντικής επιβαρύνσεως της δημοσιονομικής καταστάσεως από τα πρωτόγνωρα σε ύψος οικονομικά μέτρα στήριξης της κοινωνίας, της δημόσιας υγείας και της οικονομίας, που ελήφθησαν προς αντιμετώπιση των συνεπειών της πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19, του γεγονότος ότι οι προβλέψεις για την πορεία της ελληνικής οικονομίας κατά το έτος 2020 δεν είχαν λάβει υπόψη τα μέτρα για την αντιμετώπιση της πανδημίας που ελήφθησαν εκ των υστέρων ούτε το δημοσιονομικό κόστος της επίμαχης ρυθμίσεως, καθώς και της ανάγκης λήψεως μέτρων, σημαντικού δημοσιονομικού κόστους, για την διαχείριση των μεταναστευτικών και προσφυγικών ροών και την ενίσχυση των αμυντικών συστημάτων της χώρας», είναι πραγματική και απειλεί τη βιωσιμότητα των δημοσίων οικονομικών.

Πρόκειται για ξεκάθαρη αλλαγή στάσης, σε σχέση με τις προηγούμενες αποφάσεις της Ολομελείας του ΣτΕ (1880/2019 και 1888/2019) όταν για τις αντισυνταγματικές περικοπές του «νόμου Κατρούγκαλου» (ν.4387/2016) το ίδιο Δικαστήριο, έλεγε ότι : «ο νομοθέτης οφείλει, εν όψει και της γενικότερης υποχρεώσεώς του για προγραμματισμό και συντονισμό της οικονομικής δραστηριότητας για την εδραίωση της κοινωνικής ειρήνης (άρθρο 106 παρ. 1 του Συντάγματος), πριν από την ψήφιση του σχετικού νόμου, να τεκμηριώσει αφενός μεν τη βιωσιμότητα του φορέα ή των φορέων που θα απονέμουν τις συνταξιοδοτικές παροχές (κύριες και επικουρικές ), αφετέρου δε την επάρκεια των απονεμόμενων από το εν λόγω σύστημα παροχών υπό την ανωτέρω έννοια της μη παραβιάσεως του συνταγματικού πυρήνα του κοινωνικοασφαλιστικού δικαιώματος.».

Η προχθεσινή απόφαση του ΣτΕ λέει ότι, οι περικοπές αφορούν «ένα περιορισμένο χρονικό διάστημα αναγόμενο στο παρελθόν, δεν θεσπίζουν πάγιες περικοπές των συνταξιοδοτικών παροχών και, για το λόγο αυτό, δεν θίγουν τον πυρήνα του δικαιώματος στην κοινωνική ασφάλιση ούτε θέτουν σε διακινδύνευση το επίπεδο αξιοπρεπούς διαβιώσεως των συνταξιούχων, αλλά θεσπίζουν έκτακτο μέτρο δημοσιονομικού χαρακτήρα, το οποίο, ως εκ της φύσεώς του, δεν απαιτείται να συνοδεύεται από ειδική επιστημονική μελέτη. Το μέτρο αυτό αρκεί να συνοδεύεται από σχετική αιτιολογική έκθεση, στην οποία να εκτίθενται οι ειδικότεροι λόγοι που οδήγησαν στην θέσπιση της σχετικής ρυθμίσεως. Εν προκειμένω, οι λόγοι αυτοί προκύπτουν από τις οικείες αιτιολογικές εκθέσεις των νόμων 4714/2020 και 4734/2020 και συνίστανται στην διαφύλαξη της δημοσιονομικής σταθερότητας της χώρας, ώστε να είναι δυνατή η κάλυψη οικονομικών αναγκών της χώρας και σε άλλους τομείς, όπως η υγεία, η άμυνα, η διαχείριση των μεταναστευτικών και προσφυγικών ροών, αποτελούν δε, ως σοβαροί λόγοι δημοσίου συμφέροντος, επαρκές, κατ’ αρχήν, αιτιολογικό έρεισμα για την θέσπιση της επίμαχης ρυθμίσεως και της περικοπής μέρους των αναδρομικών ποσών που θα επιστραφούν στους συνταξιούχους εκείνους που δεν είχαν ασκήσει ένδικα βοηθήματα έως την δημοσίευση του ν. 4714/2020.».

Το ερώτημα σε σχέση με την νεότερη στάθμιση των συμφερόντων (μεταξύ της αξιοπρεπούς διαβίωσης των συνταξιούχων και της βιωσιμότητας των δημοσιονομικών μεγεθών) είναι προφανές:

Απειλήθηκε η δημοσιονομική ασφάλεια και ο κρατικός προϋπολογισμός από μια δαπάνη ύψους 2,5 δις(τόσο θα στοίχιζε η επέκταση της ισχύος των αποφάσεων του ΣτΕ, στο σύνολο των συνταξιούχων ανεξάρτητα από το αν έχουν προσφύγει δικαστικά); Δεν ήταν ο Υπουργός των Οικονομικών, που «πανηγύριζε» πριν από λίγες ημέρες για τα φορολογικά έσοδα, που αυξήθηκαν κατά 2,84 δις(από αυξημένες εισπράξεις ΦΠΑ, λόγω των ανατιμήσεων αλλά και από την εφάπαξ αποπληρωμή του ΕΝΦΙΑ τον Μάιο);Πόσο στοιχίζουν στη χώρα τα εξοπλιστικά προγράμματα των τελευταίων μηνών (Ραφάλ, φρεγάτες, f-35 κλπ); Είναι δυνατόν το ΣτΕ να εκτίμησε άκριτα, ότι μια τέτοια δαπάνη θα «έριχνε το κράτος έξω»; Μήπως στην προκειμένη περίπτωση έχουμε να κάνουμε με μια πολιτική απόφαση που στόχο είχε να λύσει τα χέρια της κυβέρνησης;

Ακόμα και αν δεχόμασταν τις έκτακτες αμυντικές δαπάνες ως αναγκαίες, άραγε υπάρχει εθνική ασφάλεια, χωρίς «κοινωνική ασφάλεια»; Πόσο καλά μπορεί να «αμυνθεί» μια πτωχευμένη χώρα, με αναξιοπαθούντες πολίτες;

Από τις πρόσφατες αποφάσεις του ΣτΕ, αναδύεται μια υπόγεια διασύνδεση(;) εκτελεστικής και δικαστικής εξουσίας.

Και παρόλο που εδώ και 200 χρόνια μιλάμε για την περίφημη Διάκριση των Εξουσιών, στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποδεικνύεται ότι, το ΣτΕ μάλλον λειτούργησε, ως το «μακρύ χέρι της κυβέρνησης».

(Ο Διονύσης Τεμπονέρας είναι Δικηγόρος- Εργατολόγος)

αναδημοσίευση από https://www.ieidiseis.gr/