Έρευνα ΚΑΝΕΠ-ΓΣΕΕ / Στην Ελλάδα τα πτυχία απαξιώνονται και τιμωρούνται

Μάθε, παιδί μου, γράμματα, έλεγαν οι γιαγιάδες και οι παππούδες, με την ελπίδα τα παιδιά και τα εγγόνια τους να έχουν μια καλύτερη ζωή από τη δική τους. Στις μέρες μας, το πτυχίο είναι πολλές φορές μόνο η αρχή. Μεταπτυχιακά, διδακτορικά, σεμινάρια, κατάρτιση, και άλλα σεμινάρια, δεξιότητες. Η γνώση και η εξειδίκευση μετατράπηκε σε ένα εμπόριο ελπίδας για μια θέση στην αγορά εργασίας, με τους νέους ανθρώπους να επιδίδονται σε έναν ανηλεή αγώνα απόκτησης διπλωμάτων και προσόντων.

Στην Ελλάδα, παρά τον Γολγοθά των Πανελλαδικών εξετάσεων και με τα φροντιστήρια, τα ιδιαίτερα μαθήματα και τις ξένες γλώσσες να εξακολουθούν να αποτελούν το μεγαλύτερο τμήμα των δαπανών για μια οικογένεια, φαίνεται ότι η νεολαία κερδίζει τη μάχη για τη γνώση. Εστιάζοντας στους νέους πτυχιούχους ηλικίας 25-34, οι οποίοι αποτελούν τον πυρήνα του εργατικού δυναμικού για τις επόμενες δεκαετίες, η χώρα μας βρίσκεται πολύ κοντά στον μέσο όρο του ΟΟΣΑ. Το ποσοστό πτυχιούχων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στην Ελλάδα βρίσκεται στο 42%, ενώ στις 23 ευρωπαϊκές χώρες – μέλη του Οργανισμού το αντίστοιχο ποσοστό είναι στο 44%.

Δυστυχώς όμως, τα πτυχία στην Ελλάδα τιμωρούνται. Από τη μια μεριά, η παρωχημένη επιχειρηματικότητα στη χώρα μας, σύμφωνα με έρευνα του ΚΑΝΕΠ-ΓΣΕΕ, αδυνατεί να απορροφήσει το καλά εκπαιδευμένο εργατικό δυναμικό, ενώ δύο στις τρεις ελληνικές επιχειρήσεις προσφέρουν θέσεις με χαμηλούς μισθούς και υψηλή επικινδυνότητα.

Από την άλλη μεριά, την ώρα που οι νέοι άνθρωποι επιμένουν στη μόρφωση και τις σπουδές, η κυβέρνηση επιμένει στην ιδεοληψία του αποκλεισμού των υποψηφίων από τα δημόσια ΑΕΙ, ορθώνοντας νέα εμπόδια και φραγμούς και απομακρύνοντας την Ελλάδα από τον ευρωπαϊκό στόχο.

Με όχημα την Τράπεζα Θεμάτων, την Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής, τη δραστική μείωση των εισακτέων και τη σταδιακή αποψίλωση πανεπιστημιακών τμημάτων, ο δρόμος για την εισαγωγή στα πανεπιστήμια γεμίζει με αγκάθια και στρώνεται με ροδοπέταλα για τα ιδιωτικά κολέγια ή σπρώχνει αναγκαστικά τους υποψηφίους σε κατώτερου μορφωτικού επιπέδου μεταγυμνασιακά και μεταλυκειακά προγράμματα.

Ένας στους τρεις εργάζεται σε άλλο κλάδο από αυτόν που σπούδασε

H ετήσια έκθεση του ΚΑΝΕΠ-ΓΣΕΕ, που παρουσιάστηκε πριν από λίγες ημέρες, έρχεται να ανατρέψει το αφήγημα που θέλει τα υψηλά ποσοστά ανεργίας να οφείλονται στην αναντιστοιχία μεταξύ προσφοράς και ζήτησης στην αγορά εργασίας. Διαψεύδουν επίσης τους εκπροσώπους των εργοδοτών (βλ. ΣΕΒ), που ενοχοποιούν τους ίδιους τους εργαζόμενους για τις «υψηλές τους προσδοκίες» ή ότι δεν έχουν τις απαιτούμενες δεξιότητες, ειδικά αν λάβει κανείς υπ’ όψιν ότι η συμμετοχή των ελληνικών επιχειρήσεων σε προγράμματα επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης είναι από τις χαμηλότερες στην Ευρώπη.

Η έρευνα, η οποία κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για τον εκσυγχρονισμό του παραγωγικού μοντέλου σε μια χώρα που γερνά παραγωγικά και δημογραφικά, δείχνει ότι το 32,3% ατόμων ηλικίας 15-34 ετών με μορφωτικό επίπεδο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης απασχολείται σε θέσεις που απαιτούν χαμηλότερο μορφωτικό επίπεδο και δεξιότητες. Πρόκειται για την 3η υψηλότερη θέση στην Ε.Ε.-28 σε ό,τι αφορά την αναντιστοιχία μορφωτικού επιπέδου – δεξιοτήτων και θέσης εργασίας των εργαζομένων. Το φαινόμενο αυτό εντοπίζεται περισσότερο στο χονδρικό και λιανικό εμπόριο, δεδομένου ότι στον κλάδο αυτό είναι ευκολότερο να βρει κανείς μια θέση εργασίας.

Επιπλέον, ένας στους τρεις εργάζεται σε εντελώς διαφορετικό κλάδο από αυτόν που σπούδασε, με τον πρωτογενή τομέα να αποτελεί τον μεγάλο χαμένο (δασολογία, αλιευτική, κτηνοτροφία κ.λπ.). Η μεγαλύτερη απορρόφηση πτυχιούχων εντοπίζεται κυρίως στους κλάδους της εκπαίδευσης, της ενημέρωσης και της επικοινωνίας αλλά και στα επαγγέλματα επιστημονικής δραστηριότητας, όπως γιατροί και αρχιτέκτονες.

Όπως επισημαίνει ο Χρήστος Γούλας, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Νεάπολις Πάφου και διευθυντής του ΙΝΕ και του ΚΑΝΕΠ της ΓΣΕΕ, το περίφημο «χάσμα δεξιοτήτων» υπάρχει, αλλά αφορά κυρίως τους εργαζόμενους που διαθέτουν περισσότερες και όχι λιγότερες δεξιότητες από όσες απαιτεί η θέση εργασίας τους. Σε μια χώρα όπου απαξιώνονται τα προσόντα και οι δεξιότητες του εργατικού δυναμικού, με τους πενιχρούς μισθούς, με την επιχειρηματικότητα να φαίνεται απρόθυμη να επενδύσει στην έρευνα, την καινοτομία και τον ψηφιακό μετασχηματισμό, με τις ελληνικές επιχειρήσεις να έχουν πανευρωπαϊκά από τη χαμηλότερη συμμετοχή σε προγράμματα επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης, επιτείνεται το φαινόμενο του brain waste (σπατάλη εγκεφάλων στην αγορά) και του braindrain (μετανάστευση εργαζομένων υψηλής ειδίκευσης στο εξωτερικό).

Κυβέρνηση: Φταίει η εμμονή για σπουδές

Μιλώντας στην εκδήλωση του ΚΑΝΕΠ-ΓΣΕΕ, ο γενικός γραμματέας Επαγγελματικής Εκπαίδευσης, Κατάρτισης και Διά Βίου Μάθησης του υπουργείου Παιδείας Γιώργος Βούτσινος απέδωσε αυτή την αναντιστοιχία σπουδών – θέσεων εργασίας, αλλά και την αδυναμία απορρόφησης των εργαζομένων, στην «εμμονή» των νέων ανθρώπων να σπουδάζουν. Ποια ήταν η πρότασή του; Να δημιουργηθούν χαμηλότερου μορφωτικού επιπέδου προγράμματα για να ικανοποιηθούν οι ανάγκες της αγοράς. Τι προσφέρει το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα στην αγορά εργασίας, διερωτήθηκε, παραβλέποντας την κοινή παραδοχή ότι παραγωγικό σύστημα χωρίς εκπαιδευτικό σύστημα δεν μπορεί να υπάρξει, αλλά ούτε και το αντίστροφο.

«Υπάρχει ένας παράγοντας στην εκπαίδευση που δεν πρέπει να υποτιμάμε. Είναι η κοινωνική ζήτηση για εκπαίδευση. Η κοινωνική ζήτηση για εκπαίδευση διαμορφώνεται από διάφορες παραμέτρους, αλλά δεν συμβαδίζει σχεδόν ποτέ, ή τουλάχιστον στην Ελλάδα καθόλου, με τις πραγματικές ανάγκες της οικονομίας. Βέβαια, βλέπουμε ότι επηρεάζεται αυτό κατά καιρούς και το βλέπουμε στις εισαγωγικές εξετάσεις που ανεβαίνουν τα μόρια σε κάποιες σχολές, όπου πράγματι υπάρχει απορρόφηση στην αγορά εργασίας. Αλλά βλέπουμε και μια εμμονή της κοινωνίας στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση, η οποία πολλές φορές αποπροσανατολίζει, δημιουργεί χάσιμο χρόνου, εξάντληση οικονομική των οικογενειών, με αποτέλεσμα να έχουμε μη αποφοίτους ή πτυχιούχους που δεν βρίσκουν δουλειά» είπε ο κ. Βούτσινος.

Παίρνοντας τη σκυτάλη από τον Κυριάκο Μητσοτάκη, που θεωρεί ότι «δεν μπορούν και ούτε πρέπει να σπουδάζουν όλοι στα πανεπιστήμια», ο γ.γ. του ΥΠΑΙΘ κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αγορά αναζητά (αλλά δεν βρίσκει) εξειδικευμένους εργάτες χαμηλότερου μορφωτικού επιπέδου, δηλαδή 3 και 4 (μεταγυμνασιακής εκπαίδευσης και αποφοίτους Λυκείου). Έφερε μάλιστα ως παράδειγμα τις ναυπηγοεπισκευαστικές ζώνες σε Σύρο και Πέραμα, που αναζητούν ελασματουργούς, σωληνουργούς, αμμοβολιστές και καραβομαραγκούς, ισχυριζόμενος ότι δίνουν υψηλά μεροκάματα. «Ούτε τα ΕΠΑΛ στο επίπεδο 4 δεν τα προσφέρουν αυτά (σ.σ.: τα επαγγέλματα). Και τα μεροκάματα; Σε δυσθεώρητα ύψη!» ανέφερε χαρακτηριστικά.

Αυτό που πασχίζει να γεννηθεί: αναζητώντας το νέο παραγωγικό πρότυπο

Η έλλειψη εργατικών χεριών, η αδύναμη αύξηση της παραγωγικότητας, οι χαμηλοί μισθοί, η υποβάθμιση της γνώσης και των δεξιοτήτων των εργαζομένων, αποτελούν σημάδια της αδυναμίας διαμόρφωσης ενός δίκαιου παραγωγικού προτύπου, θεμελιωμένου στη γνώση, την ποιοτική εργασία και την αξιοπρέπεια των εργαζομένων και όχι στην ακραία εκμετάλλευση της ανάγκης τους

Του Χρήστου Γούλα*

Η κρίση εργασιακών κινήτρων στις ελληνικές επιχειρήσεις γενικεύεται και εντείνεται. Μετά τον τουρισμό και τον επισιτισμό, έχει έρθει η σειρά του πρωτογενή τομέα και των γεωργικών εκμεταλλεύσεων να πληρώσουν το τίμημα της χρόνιας αποεπένδυσης στην ανάπτυξη του ανθρώπινου δυναμικού. Δεν υπάρχουν πια εργατικά χέρια να δουλέψουν στις τουριστικές επιχειρήσεις, δεν υπάρχουν και εργάτες να μαζέψουν τους καρπούς στα δέντρα. Τα βλέμματα επιχειρηματιών και παραγωγών μάταια αναζητούν μαγικές λύσεις για να βγει το δύσκολο καλοκαίρι που έρχεται. Το φαινόμενο δεν είναι συγκυριακό και δεν πρόκειται να μας εγκαταλείψει σύντομα. 

Παραμονές μιας τουριστικής περιόδου υψηλών προσδοκιών και μιας επερχόμενης διεθνούς επισιτιστικής κρίσης, δύο κρίσιμοι παραγωγικοί κλάδοι της ελληνικής οικονομίας επιμένουν να ασφυκτιούν μέσα σε ένα γερασμένο παραγωγικό πρότυπο που όλα πια δείχνουν ότι έχει κάνει τον κύκλο του. Δύο στις τρεις ελληνικές επιχειρήσεις (67%) προσφέρουν θέσεις εργασίας με χαμηλούς μισθούς και υψηλή επικινδυνότητα. Δύο στις τρεις ελληνικές επιχειρήσεις επιμένουν να επενδύουν στην παραγωγή προϊόντων και στην παροχή υπηρεσιών χαμηλού κόστους που βασίζονται στην υπερεντατική εκμετάλλευση του εργατικού δυναμικού.

Ακόμη και στους πλέον ανταγωνιστικούς και διεθνοποιημένους παραγωγικούς κλάδους οι στρατηγικές επιλογές που συνεχίζουν να κυριαρχούν είναι η συμπίεση του εργατικού κόστους και η αποφυγή σοβαρών επενδύσεων στην έρευνα, την ανάπτυξη και την κατάρτιση του εργατικού δυναμικού. Η Ελλάδα συνεχίζει να πλασάρεται στις χειρότερες θέσεις των ευρωπαϊκών αναπτυξιακών δεικτών της Ευρωπαϊκής Ένωσης των 28: την βρίσκουμε μόλις στην εικοστή έκτη στον δείκτη ψηφιακής έντασης των επιχειρήσεων, ενώ παρουσιάζει τη δεύτερη χειρότερη επίδοση στον δείκτη στρατηγικού σχεδιασμού συνεχιζόμενης επαγγελματικής κατάρτισης. Παράλληλα, ένας στους τρεις εργαζόμενους βρίσκεται να απασχολείται σε θέση εργασίας που απαξιώνει τις γνώσεις και την εμπειρία του, με την Ελλάδα να κατατάσσεται στην τρίτη χειρότερη θέση ως προς την αξιοποίηση των προσόντων των εργαζομένων της: 3η θέση μεταξύ των χωρών της ΕΕ-28 στον δείκτη «κάθετης αναντιστοιχίας».

 Η ελληνική επιχειρηματικότητα αυτοϋπονομεύεται απέχοντας συστηματικά από επενδύσεις στην εξειδικευμένη γνώση και τις δεξιότητες των εργαζομένων. Οι διακηρύξεις που ομνύουν στην καινοτομία και την ποιοτική βελτίωση προϊόντων και υπηρεσιών καταλήγουν να αποτελούν απλά ρητορικά σχήματα, ενώ δεν εντοπίζονται σε κανέναν έγκυρο στατιστικό δείκτη βιώσιμα ίχνη εφαρμογής μιας τέτοιας αναγκαίας μεταστροφής. Ο τουριστικός κλάδος δεν υπονομεύεται από εργαζόμενους που αναζητούν αξιοπρεπείς συνθήκες απασχόλησης, αλλά από επιχειρηματικά εγχειρήματα που θεωρούν ότι μπορεί να αναπτυχθούν καινοτόμα και ανταγωνιστικά προϊόντα και υπηρεσίες στον τουρισμό με μόνο το 15% περίπου των προσφερόμενων θέσεων εργασίας να απαιτεί εξειδικευμένη επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση.

Αντίστοιχα, είναι παράδοξο να διαιωνίζεται ένα μοντέλο επιχειρηματικότητας στον πρωτογενή τομέα ο οποίος υστερεί στην ανάπτυξη σύγχρονων μεθόδων παραγωγής και διακίνησης, καταλαμβάνοντας μόλις την 26η θέση του αντίστοιχου δείκτη παραγωγικότητας, ενώ συγχρόνως αδυνατεί να προσελκύσει εξειδικευμένους εργαζόμενους και στελέχη γεωτεχνικών ειδικοτήτων. Αλήθεια, υπό το φως αυτών των δεδομένων πόσο αναπάντεχη και πόσο συγκυριακή μπορεί να θεωρείται η αδυναμία προσέλκυσης εργαζομένων στον τουρισμό και την αγροτική παραγωγή;

Όλα τα παραπάνω στοιχεία προέρχονται από την ετήσια έκθεση του Κέντρου Ανάπτυξης Εκπαιδευτικής Πολιτικής (ΚΑΝΕΠ) της ΓΣΕΕ με τίτλο «Οι τομείς οικονομικής δραστηριότητας στην ΕΕ-28, Μέρος Β’, 2019-2020» , η οποία παρουσιάστηκε πρόσφατα. Στις 1.550 σελίδες της έκθεσης παρουσιάζονται με τρόπο συστηματικό και λειτουργικό εκατοντάδες δεδομένα και δείκτες που επιτρέπουν ακόμη και στον ευκαιριακό αναγνώστη να αντιληφθεί την ανάγκη του παραγωγικού μετασχηματισμού, ως πραγματικού πολιτικού και κοινωνικού επίδικου. 

Η έλλειψη εργατικών χεριών, η αδύναμη αύξηση της παραγωγικότητας, οι χαμηλοί μισθοί, η υποβάθμιση της γνώσης και των δεξιοτήτων των εργαζομένων, είναι επεισόδια μιας πιο σύνθετης αλλά απογοητευτικής αφήγησης. Αυτής της αδυναμίας διαμόρφωσης ενός δίκαιου παραγωγικού προτύπου, θεμελιωμένου στη γνώση, την ποιοτική εργασία και την αξιοπρέπεια των εργαζομένων και όχι στην ακραία εκμετάλλευση της ανάγκης τους. Είναι αυτό που πασχίζει να γεννηθεί…

* Ο Χρήστος Γούλας PhD είναι γενικός διευθυντής του ΚΑΝΕΠ και ΙΝΕ / ΓΣΕΕ

Ηχηρή προειδοποίηση

Απολύτως απαραίτητος ο μετασχηματισμός στο παραγωγικό μοντέλο της χώρας και η ποιοτική ενίσχυση του συστήματος επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης

Του Γιώργου Χριστόπουλου*

Η έκθεση του ΚΑΝΕΠ-ΓΣΕΕ που παρουσιάσαμε αποτελεί μια ηχηρή φωνή προειδοποίησης για την κυβέρνηση και για τους παραγωγικούς φορείς. Μέσα στη δίνη των αλλεπάλλων παγκόσμιων κρίσεων, η Ελλάδα είναι ανοχύρωτη, καθώς, σύμφωνα με τα ευρήματα της έρευνας, η πρωτογενής παραγωγή συρρικνώνεται και η παρωχημένη επιχειρηματικότητα, που αρνείται να επενδύσει στην έρευνα, στην καινοτομία, στην κατάρτιση, αδυνατεί να απορροφήσει το εξαιρετικό δυναμικό που παράγει το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα. Η απασχόληση νέων ανθρώπων σε εργασίες κακοπληρωμένες, που δεν ταιριάζουν στα προσόντα τους (το περίφημο brain waste), οδηγεί μοιραία στη φυγή του πιο δυναμικού και ποιοτικού προσωπικού από τη χώρα του (brain drain). 

Είναι απολύτως απαραίτητος ο μετασχηματισμός στο παραγωγικό μοντέλο της χώρας και η ποιοτική ενίσχυση του συστήματος επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης. Όταν η γεωργία και η κτηνοτροφία μαραζώνουν (διότι η συντριπτική πλειονότητα των εργαζομένων έχει μόνο πρακτική εμπειρία και στοιχειώδεις γνώσεις) και όταν η παρεχόμενη εκπαίδευση και κατάρτιση στους τομείς αυτούς είναι χαμηλής ποιότητας, πώς είναι δυνατόν η χώρα να αντιμετωπίσει μια επισιτιστική κρίση που, εν μέσω σοβαρών διεθνών προκλήσεων, ίσως να είναι προ των πυλών;

* Ο Γιώργος Χριστόπουλος είναι διευθύνων σύμβουλος του ΚΑΝΕΠ-ΓΣΕΕ καιπρόεδρος της ΟΙΕΛΕ

πηγή: avgi.grΧρύσα Βαϊνανίδη