Ακρίβεια / Απεργιακή πίεση σε κυβέρνηση και εργοδότες

Η απεργία των ΓΣΕΕ και ΑΔΕΔΥ την προσεχή Τετάρτη εκδηλώνεται εν μέσω εκρηκτικής ακρίβειας

Αυξήσεις στους μισθούς και προστασία από το κύμα της πρωτοφανούς ακρίβειας που σαρώνει τα πενιχρά εισοδήματα της μεγάλης πλειονότητας των εργαζομένων του ιδιωτικού αλλά και του δημόσιου τομέα είναι το κεντρικό αίτημα της (δεύτερης τα τελευταία τρία χρόνια) γενικής απεργίας που έχουν κηρύξει τα συνδικάτα την προσεχή Τετάρτη 6 Απριλίου.

Η απεργία των ΓΣΕΕ και ΑΔΕΔΥ προκηρύσσεται σε μια περίοδο διαπραγμάτευσης για την αύξηση του κατώτατου μισθού, με τους εργοδότες να σκληραίνουν τη στάση τους και, επικαλούμενοι την κρίση, να αποκλείουν την πιθανότητα συμφωνίας σε ένα ποσοστό που θα υπερβαίνει το 4%.

Η κυβέρνηση, που θα αποφασίσει στο τέλος για την αύξηση που θα δοθεί στον κατώτατο μισθό από τον επόμενο μήνα, έχει δεσμευτεί διά του πρωθυπουργού για «γενναία» αύξηση, αν και όταν διατυπώθηκε αυτή η δέσμευση, ακούστηκε περισσότερο σαν αναγνώριση ότι η αναπροσαρμογή κατά 2% που δόθηκε στον κατώτατο μισθό στις αρχές του έτους δεν ήταν απλώς μικρή, αλλά κυριολεκτικά ατυχής.

1 στους 2 δεν μπορεί να ζήσει από τον μισθό του

Η αλήθεια είναι ότι η απεργία της Τετάρτης θα ασκήσει μια περαιτέρω πίεση στην κυβέρνηση, καθώς η αγοραστική δύναμη του κατώτατου μισθού στη χώρα μας συνεχίζει να κατρακυλάει ραγδαία, με το ποσοστό των εργαζομένων που ζουν σε συνθήκες υλικής στέρησης (δηλαδή φτώχειας) να φτάνει πλέον το 46%, να είναι το υψηλότερο στην Ευρώπη και να αφορά 1 στους 2 αμειβόμενους με τον κατώτατο μισθό. Είναι χαρακτηριστικό ότι το τελευταίο τετράμηνο η ακρίβεια και ο πληθωρισμός επέφεραν δραματική συρρίκνωση του κατώτατου μισθού κατά 14%, με αποτέλεσμα οι αποδοχές των εργαζομένων με τα κατώτατα όρια αμοιβών να αποτελούν πλέον δείκτη σχετικής φτώχειας και όχι αξιοπρεπούς διαβίωσης.

Τα συνδικάτα και η ΓΣΕΕ από την πλευρά τους διεκδικούν «επαρκή και δίκαιο» κατώτατο μισθό, με άμεση επαναφορά στα 751 ευρώ, δηλαδή στα επίπεδα που ήταν το 2009, αλλά και αποκατάσταση της ρύθμισης των αμοιβών μέσω της Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας.

Αποτροπή φτωχοποίησης

Επιπλέον, στις διεκδικήσεις τους ΓΣΕΕ και ΑΔΕΔΥ εστιάζουν σε οικονομικά και κοινωνικά μέτρα αναχαίτισης της αύξησης των τιμών στην ενέργεια, στις δαπάνες στέγασης και στα βασικά καταναλωτικά αγαθά, απαιτώντας προστασία των εργαζομένων, των ανέργων και των συνταξιούχων από το πληθωριστικό σοκ. Στην κατεύθυνση αυτή ζητούν «μείωση τιμολογίων κοινωφελών υπηρεσιών, έμπρακτη πάταξη μονοπωλίων και ακρίβειας στα καταναλωτικά αγαθά και προστασία πρώτης κατοικίας, δίκαιο φορολογικό σύστημα, ελάφρυνση των μισθωτών και των συνταξιούχων, πάταξη της φοροδιαφυγής, της εισφοροδιαφυγής και της εκτεταμένης παραβατικότητας».

Η επιχειρηματολογία των συνδικάτων εμπλουτίζεται και από τα ευρήματα της πρόσφατης έρευνας του ΙΝΕ, που επιβεβαιώνει τις εφιαλτικές διατάσεις που έχει προσλάβει η ακρίβεια σε βασικά είδη διατροφής και στους λογαριασμούς ενέργειας. Σύμφωνα με την έρευνα:

* Το 59% των εργαζομένων δηλώνει ότι η άνοδος των τιμών έχει οδηγήσει σε μείωση της κατανάλωσης βασικών ειδών διατροφής. «Πολύ» απαντά το 26% και «Αρκετά» το 33%. Αντίστοιχα, το 32% στην αντίστοιχη ερώτηση δηλώνει «Λίγο» και το 9% «Καθόλου».

* Το 74% των εργαζομένων δηλώνει ότι η άνοδος των τιμών έχει οδηγήσει σε περιορισμό των δαπανών για θέρμανση. «Πολύ» απαντά το 33% και «Αρκετά» το 41%. Αντίστοιχα, το 16% στην αντίστοιχη ερώτηση δηλώνει «Λίγο» και το 10% «Καθόλου».

* Το 80% των εργαζομένων δηλώνει ότι η άνοδος των τιμών έχει οδηγήσει σε περιορισμό των δαπανών για ψυχαγωγία. «Πολύ» απαντά το 48% και «Αρκετά» το 32%. Αντίστοιχα, το 14% στην αντίστοιχη ερώτηση δηλώνει «Λίγο» και το 6% «Καθόλου».

Αναπροσαρμογή στα 751 ευρώ

Με αυτά τα δεδομένα, η ΓΣΕΕ ζητεί να πάει άμεσα ο κατώτατος μισθός στα 751 ευρώ και από τον νέο χρόνο να καταστεί ίσος με το 60% του διάμεσου μισθού πλήρους απασχόλησης, καθώς:

* Τον Ιανουάριο του 2022 η απώλεια της αγοραστικής δύναμης του καθαρού κατώτατου μισθού ξεπέρασε το 14%.

* Η αγοραστική δύναμη του εργαζομένου που λαμβάνει τον κατώτατο μισθό στην Ελλάδα είναι η έβδομη χαμηλότερη μεταξύ των κρατών-μελών της Ε.Ε.

* Το 2022 η αγοραστική δύναμη του κατώτατου μισθού στην Ελλάδα ήταν 5% χαμηλότερη από της Πορτογαλίας και 45% από της Ιρλανδίας.

* Ο κατώτατος μισθός στη χώρα μας βρίσκεται σε φάση απόκλισης σε σχέση με τους μισθούς στις προηγμένες ευρωπαϊκές χώρες, την ώρα που σε Βαλκάνια και ανατολική Ευρώπη συνεχίζεται με ταχύτερο ρυθμό η σύγκλιση προς τον μέσο όρο της Ε.Ε.

Να σημειώσουμε, τέλος, ότι στο στόχαστρο των συνδικάτων παραμένει το αντεργατικό νομοσχέδιο Χατζηδάκη. Ειδικότερα, η ΓΣΕΕ ζητεί την άμεση αποκατάσταση των θεμελιωδών εργατικών δικαιωμάτων και της εργατικής προστασίας με θωράκιση του 40ώρου.

Η απεργία απαντάει και στην πρόκληση των τραπεζιτών

Τα σχέδια των τραπεζιτών για το μέλλον είναι ξεκάθαρα και κοινωνικά ανάλγητα και, δυστυχώς, η κυβέρνηση τους έλυσε τα χέρια με τον νόμο Χατζηδάκη και την απαξίωση της Επιθεώρησης Εργασίας. Το διακύβευμα της απεργίας είναι μεγάλο και η ΓΣΣΕ πρέπει να αρθεί στο ύψος των περιστάσεων, καθώς το τοπίο γίνεται όλο και πιο ζοφερό

Των Μανώλη Μπεμπένη, Ανδρέα Δαβαλά*

Σήμερα ο κλάδος των τραπεζοϋπαλλήλων δεν θυμίζει σε τίποτα τους προνομιούχους εργαζόμενους άλλων δεκαετιών. Οι διοικήσεις, εκμεταλλευόμενες την οικονομική κρίση και την απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων, έχουν δρομολογήσει έναν βίαιο τραπεζικό μετασχηματισμό, με αποτέλεσμα τη μείωση των εργαζομένων πάνω από 40% με αθέμιτες πρακτικές: αποσχίσεις υπηρεσιών, που μετατρέπουν τους τραπεζοϋπαλλήλους σε τραπεζοαπασχολούμενους με χειρότερους ορούς εργασίας, κλείσιμο εκατοντάδων καταστημάτων με αποτέλεσμα να οδηγηθούν σε ανεργία χιλιάδες εργαζόμενοι, ψυχολογική πίεση για ανέφικτους στόχους πωλήσεων και γενικότερη απαξίωση με σκοπό τη συμμετοχή στις «εθελούσιες» απολύσεις.

Όσο για τους εναπομείναντες εργαζόμενους, έχουν χάσει πάνω από το 15% του εισοδήματός τους. Σε αυτή την περιρρέουσα ατμόσφαιρα λαμβάνουν χώρα οι διαπραγματεύσεις για τη νέα κλαδική σύμβαση όπου οι τραπεζίτες προσήλθαν στην έκτη συνάντηση με πρόταση για συνολική αύξηση 5%… σε ορίζοντα τριετίας, συνεχίζοντας την προκλητική στάση που προσβάλλει τον κλάδο και την αξιοπρέπεια των τραπεζοϋπαλλήλων, χωρίς να παρέχεται καμία ουσιώδης διαβεβαίωση απέναντι στη γενικευμένη εργασιακή ανασφάλεια.

Τα σχέδια των τραπεζιτών για το μέλλον είναι ξεκάθαρα όσο και κοινωνικά ανάλγητα, αναπαράγοντας τις ίδιες συνταγές. Δυστυχώς, η κυβέρνηση τους έλυσε τα χέρια με το νόμο Χατζηδάκη και την απαξίωση της Επιθεώρησης Εργασίας.

Ενόψει της 24ης απεργιακής κινητοποίησης της ΓΣΕΕ εργαζόμενοι και συνδικάτα, ανάμεσα στα άλλα, θα δώσουν τη μάχη για άμεση:

α) επαναφορά του κατώτατου μισθού στα 751 ευρώ και ταυτόχρονη αποκατάσταση της ρύθμισής του μέσω της Εθνικής Γενικής ΣΣΕ,

β) έναρξη συλλογικών διαπραγματεύσεων για την κατάρτιση κλαδικών και ομοιοεπαγγελματικών ΣΣΕ, με πραγματικές αυξήσεις, αποτροπή της φτωχοποίησης του πληθυσμού με οικονομικά και κοινωνικά μέτρα.

Το διακύβευμα της απεργίας είναι μεγάλο και η ΓΣΣΕ πρέπει να αρθεί στο ύψος των περιστάσεων, καθώς το τοπίο γίνεται όλο και πιο ζοφερό. Η διάσπαση των προοδευτικών δυνάμεων στη ΓΣΕΕ είναι ακόμη ένα πρόβλημα που πρέπει άμεσα να αντιμετωπισθεί. Είναι επιτακτική ανάγκη και απαίτηση των εργαζομένων για μία ενιαία διεκδικητική παράταξη που θα αποτελεί πόλο έλξης όλων των υγιών συνδικαλιστικών δυνάμεων που ψάχνουν ένα αντίβαρο απέναντι στον ενδοτικό συνδικαλισμό.

* Ο Μανώλης Μπεμπένης είναι μέλος της διοίκησης της ΓΣΕΕ και πρόεδρος του Συλλόγου Εργαζομένων στην Πειραιώς, ο Ανδρέας Δαβαλάς γενικός σύμβουλος ΟΤΟΕ

Να γίνει η κινητοποίηση αφετηρία ανατροπής

Η απεργία της Τετάρτης μπορεί να αποτελέσει το πολιτικό γεγονός για πολιτική και κοινωνική συμμαχία που θα ανατρέψει τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές και τον συντηρητικό αυταρχισμό της κυβέρνησης, φέρνοντας στο επίκεντρο της πολιτικής τις ανάγκες των εργαζόμενων και της κοινωνίας

Του Γιώργου Πετρόπουλου*

Σύμφωνα με το Γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής, ο πληθωρισμός, στο δυσμενές σενάρι, θα ξεπεράσει, τη χρονιά που διανύουμε, το 11%. Το ΙΝΕ-ΓΣΕΕ, εκτίμησε την απώλεια της αγοραστικής δύναμης όλων όσοι λαμβάνουν τον μέσο μισθό κατά 10,4 %, (στους επισφαλώς εργαζόμενους φτάνει το 13,7%) επιφυλάσσοντας για τους εργαζόμενους και τις εργαζόμενες της χώρας μια από τις τελευταίες θέσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω, μπορούμε βάσιμα να προβλέψουμε πως οι απώλειες στο διαθέσιμο εισόδημα των εργαζομένων θα ξεπεράσουν, το επόμενο διάστημα, ακόμη και αυτές των Μνημονίων. Ακόμα χειρότερα, καθώς θα έρθουν να προστεθούν στις περικοπές της περιόδου των Μνημονίων, που ειδικά για τους εργαζόμενους στο Δημόσιο έφτασαν μεσοσταθμικά το 38% και ουδέποτε αποκαταστάθηκαν.

Αυτοί οι αριθμοί μετεγγράφονται στην καθημερινή μας αγωνία να τα βγάλουμε πέρα, στα μετρημένα ψώνια για τα απολύτως απαραίτητα, στον τρόμο μας όταν βλέπουμε τον λογαριασμό του ρεύματος ή του φυσικού αερίου να έρχεται, στην απελπισία μας όταν ο μισθός μας τελειώνει στις 20 του μήνα.

Και αν ο πόλεμος  και οι επιπτώσεις του στις τιμές είναι κάτι πέραν των προθέσεων και των επιλογών της κυβέρνησης, οι δημόσιες πολιτικές για την άμβλυνση των συνεπειών είναι υποχρέωσή της, που όμως αρνείται να αναλάβει.

Κάθε αίτημα για μείωση των φορολογικών συντελεστών ή για αύξηση των μισθών συναντά την άρνηση της κυβέρνησης, με την επίκληση της δημοσιονομικής στενότητας, η οποία προφανώς δεν υπήρχε όταν μειώνονταν οι φόροι στα κέρδη και τα μερίσματα των εταιρειών, στη συγκέντρωση κεφαλαίων, στις ελαφρύνσεις στον ΕΝΦΙΑ των μεγάλων ιδιοκτησιών, στην κατάργηση του φόρου μεταβίβασης για περιουσίες που μπορεί να έφταναν το 1.600.000. Όπως και δεν υπήρχαν όταν ο υπουργός Εργασίας Χατζηδάκης νομοθετούσε τους προκλητικούς μισθούς των 8.000 ευρώ τον μήνα για τα ρουσφέτια της Ν.Δ. στον ΕΦΚΑ.

Υψηλός πληθωρισμός υπήρξε και στην πρόσφατη ιστορία της χώρας μας, στα μέσα της δεκαετίας του ‘80, αλλά τα εισοδήματα των εργαζομένων δεν μειώνονταν, καθώς υπήρχαν αντίρροποι μηχανισμοί, όπως η, ξεχασμένη πια, Αυτόματη Τιμαριθμική Αναπροσαρμογή των μισθών, μέσω της οποίας καλύπτονταν οι απώλειες στο διαθέσιμο εισόδημα των μισθωτών.

Οι εργαζόμενοι στο Δημόσιο θα απεργήσουμε στις 6 Απριλίου ζητώντας αυξήσεις στους μισθούς μας, που είναι καθηλωμένοι εδώ και 11 χρόνια, ίσες τουλάχιστον με τον πληθωρισμό, και ταυτόχρονα επαναφορά του 13ου και 14ου μισθού.

Η απεργία της Τετάρτης μπορεί να αποτελέσει το πολιτικό γεγονός για πολιτική και κοινωνική συμμαχία που θα ανατρέψει τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές και τον συντηρητικό αυταρχισμό της κυβέρνησης, φέρνοντας στο επίκεντρο της πολιτικής τις ανάγκες των εργαζόμενων και της κοινωνίας.

*Ο Γιώργος Πετρόπουλος είναι μέλος της Ε.Ε. της ΑΔΕΔΥ.

πηγή: avgi.gr – Ανδρέας Πετρόπουλος