Βοηθός κομμώτρια ζήτησε άδεια για εξωσωματική γονιμοποίηση και απολύθηκε “λόγω πλημμελούς εκτέλεσης των καθηκόντων της”

Η απόλυση κρίθηκε παράνομη, καθώς συνιστά δυσμενή μεταχείριση σε βάρος της απολυθείσας λόγω φύλου. Η καταγγελία της σύμβασης κρίθηκε αντίθεση στην ευρωπαϊκή και την ελληνική νομοθεσία.

Βοηθός κομμώτρια ζήτησε άδεια δύο ημερών προκειμένου να ολοκληρωθεί η τεχνητή γονιμοποίηση (εμβρυομεταφορά) η οποία είχε ήδη ξεκινήσει και απάντηση ήταν η απόλυσή της, με το πρόσχημα της πλημμελούς εκτέλεσης των καθηκόντων της.

Φυσικά, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας κρίθηκε παράνομη από τη Δικαιοσύνη, αφενός γιατί ο λόγος της απόλυσης που επικαλέσθηκε ο εργοδότης της κρίθηκε «προσχηματικός», αφού «επινοήθηκε» προκειμένου να δικαιολογηθεί η απόλυση, και αφετέρου η απόλυσή της στοιχειοθετεί άμεση διάκριση λόγω φύλου σύμφωνα με την ευρωπαϊκή και την ελληνική νομοθεσία.

Κομμωτήριο στο κέντρο της Αθήνας τον Νοέμβριο του 2017 προσέλαβε βοηθό κομμώτρια, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, σε καθεστώς εργασίας έξι ημερών (Δευτέρα έως Σάββατο), με πλήρες ωράριο και με μηνιαίο μισθό 600 ευρώ καθαρά.

Ένα έτος περίπου μετά (27.10.2017) η εργαζόμενη υποβλήθηκε σε τεχνητή γονιμοποίηση προκειμένου να αποκτήσει παιδί, γεγονός για το οποίο είχε ενημερώσει τον εργοδότη της.

Το δεύτερο δεκαήμερο του Ιανουαρίου 2018 και ενώ βρισκόταν σε προχωρημένο στάδιο τεχνητής γονιμοποίησης, δηλαδή «είχε προηγηθεί η παρακέντηση στο ωοθυλάκιο και η απόψυξη των τεχνητώς γονιμοποιημένων ωαρίων», ζήτησε άδεια δυο ημερών, από 26 έως και 27.1.2018, για να υποβληθεί σε εμβρυομεταφορά, η οποία είχε προγραμματιστεί για τις 26.1.2018, σύμφωνα με βεβαίωση της ιατρικής μονάδας υποβοηθούμενης αναπαραγωγής.

Ωστόσο, στις 22 Ιανουαρίου 2017 ο ιδιοκτήτης του κομμωτηρίου και εργοδότης της, «αντί να της χορηγήσει την αιτούμενη άδεια, κατήγγειλε την εργασιακή σύμβαση». Στη συνέχεια η κομμώτρια υποβλήθηκε σε εμβρυομεταφορά, η οποία ήταν επιτυχής.

Έναν μήνα μετά το ευχάριστο γεγονός, η κομμώτρια προσέφυγε στην Επιθεώρηση Εργασίας, υποτρίζοντας ότι η απόλυσή της «οφείλεται στην επικείμενη, συνεπεία εμβρυομεταφοράς, εγκυμοσύνη της και συνιστούσε δυσμενή μεταχείριση σε βάρος της λόγω φύλου». Αντίθετα, ο εργοδότης υποστήριξε ότι η καταγγελία της εργασιακής συμβάσεως έγινε λόγω «της εκ μέρους της πλημμελούς εκτέλεσης των καθηκόντων της», ενώ επικαλέστηκε ότι η εργαζόμενη «δεν του είχε γνωστοποιήσει το γεγονός της υποβολής της σε διαδικασία τεχνητής γονιμοποίησης», κάτι το οποίο πληροφορήθηκε για πρώτη φορά από την Επιθεώρηση Εργασίας.

Μετά το αδιέξοδο αυτό, η υπόθεση οδηγήθηκε ενώπιον των δικαστηρίων. Η απολυθείσα, με δικηγόρο την Ελένη Διονυσοπούλου, υποστήριξε στην αγωγή της ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας είναι άκυρη. Και αυτό γιατί παραβιάζει την εργατική νομοθεσία, που απαγορεύει τις διακρίσεις λόγω φύλου και οικογενειακής κατάστασης, καθώς η απόλυσή της έγινε λόγω της υποβολής της σε διαδικασία εξωσωματικής γονιμοποίησης, όπως επίσης παραβιάζει και τις διατάξεις του νόμου 4359/2016, επειδή στο έγγραφο της καταγγελίας δεν αναφερόταν ο λόγος λύσης της σύμβασης εργασίας. Επιπρόσθετα, υποστήριξε ότι η καταγγελία είναι άκυρη ως καταχρηστική, επειδή έγινε «αποκλειστικώς και μόνο λόγω της προγραμματισμένης, συνεπεία εμβρυομεταφοράς, εγκυμοσύνης της».

Στην ίδια αγωγή επισήμανε ότι εργαζόταν πέραν του νομίμου ωραρίου της, ακόμη και κατά τις Κυριακές, πραγματοποιώντας υπερεργασία, παράνομη υπερωριακή εργασία και ο εργοδότης της δεν της κατέβαλλε τις σχετικές αμοιβές και τις προβλεπόμενες προσαυξήσεις. Ακόμη, υποστήριξε ότι όσο διάστημα εργαζόταν ο επιχειρηματίας-καταστηματάρχης, «της κατέβαλλε μισθό κατώτερο του προβλεπόμενου ελάχιστου νομίμου μισθού, ενώ δεν της κατέβαλλε, ως όφειλε, την αναλογία επιδομάτων εορτών και αδείας και τις αποδοχές αδείας των ετών 2017-2018». Έτσι, ζήτησε να τις καταβληθούν τα αναλογούντα χρηματικά ποσά.

Το δικαστήριο έκρινε ότι ο επικαλούμενος από την εργοδοτική πλευρά «λόγος περί επαγγελματικής ανεπάρκειας και ακαταλληλότητας της απολυθείσας στην άσκηση της εργασίας της αποδεικνύεται παντελώς προσχηματικός, επινοήθηκε δε μόνο και μόνο για να δικαιολογήσει την καταγγελία και συνακόλουθα είναι αβάσιμος και απορριπτέος».

Προσθέτει ακόμη το Δικαστήριο (πρόεδρος η Βασιλική Τριανατφύλλου) ότι, εφόσον η απόλυση έγινε δύο ημέρες μετά την ενημέρωση για την επικείμενη εμβρυομεταφορά και ενώ δεν συνέτρεχε κάποιος αντικειμενικός λόγος που να δικαιολογεί την απόλυση, αυτά από μόνα τους είναι «στοιχεία που αν μη τι άλλο καταδεικνύουν τις πραγματικές προθέσεις του εργοδότη».

Μάλιστα, υπογραμμίζεται στη δικαστική απόφαση, «με βάση τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά και με δεδομένο ότι, την 22.1.2018, η απολυθείσα βρισκόταν σε προχωρημένο στάδιο τεχνητής γονιμοποίησης, η καταγγελία της συμβάσεώς της συνιστούσε άμεση διάκριση λόγω φύλου».

Στο σημείο αυτό, η απόφαση επικαλείται νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία αφού αναφέρεται σε οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης που έχουν ενσωματωθεί στο ελληνικό δίκαιο, υπογραμμίζει ότι οι οδηγίες αυτές «απαγορεύουν την απόλυση εργαζομένης που βρίσκεται σε προχωρημένο στάδιο τεχνητής γονιμοποίησης, ήτοι μεταξύ της παρακέντησης στο ωοθυλάκιο και της άμεσης μεταφοράς των τεχνητώς γονιμοποιημένων ωαρίων στη μήτρα της εργαζομένης αυτής, εφόσον αποδεικνύεται ότι η εν λόγω απόλυση θεμελιώνεται κατ’ ουσίαν στο γεγονός ότι η ενδιαφερόμενη υποβλήθηκε σε τέτοια επέμβαση».

Επομένως, «η καταγγελία της σύμβασης εργασίας είναι παράνομη ως αντικείμενη στις διατάξεις του άρθρου 15 παρ. 1 και 2 του νόμου 1483/1984 και συνεπώς άκυρη» (σ.σ.: ο νόμος αυτός αφορά την προστασία και διευκόλυνση των εργαζομένων με οικογενειακές υποχρεώσεις).

Τέλος, επιδικάστηκαν υπέρ της εργαζομένης ποσά για υπερωρίες, υπερεργασία, μισθούς υπερημερίας, επιδόματα-δώρα Χριστουγέννων, Πάσχα και θερινής άδειας, κ.λπ. και η απόφαση κηρύχτηκε εν μέρει προσωρινά εκτελεστή, δηλαδή η απολυθείσα έλαβε μέρος του επιδικασθέντος ποσού πριν την τελεσιδικία της υπόθεσης.

πηγή: ergasiakanea.eu