Διονύσης Τεμπονέρας: Γιατί θέλουν να μας γυρίσουν πίσω με τα επιδόματα των ανέργων

Πού αποσκοπούν οι αλλαγές που συζητούνται για τον ΟΑΕΔ– Γιατί επιχειρήσεις διαμαρτύρονται ότι δεν βρίσκουν εργαζόμενους…

«Στην πραγματικότητα η κυβέρνηση, δεν ενδιαφέρεται για μια ολιστική αντιμετώπιση της ανεργίας, αλλά για το «πετσόκομμα» των επιδομάτων και των παροχών του ΟΑΕΔ, σε συνδυασμό με την εκχώρηση, στα κέντρα κατάρτισης(τα οποία τα αναγάγει σε «συμπαίκτες») σημαντικού μεριδίου των πόρων, που προορίζονται για την καταπολέμηση της ανεργίας».

Στην εκτίμηση αυτή προβαίνει ο Διονύσης Τεμπονέρας, εκ των κορυφαίων δικηγόρων- εργατολόγων, σχολιάζοντας τις κυοφορούμενες αλλαγές στον ΟΑΕΔ.

Ο Διονύσης Τεμπονέρας, με συνέντευξή του στο iEidiseis, αναλύει το θέμα των επιδομάτων ανεργίας, αναφέρεται στον προβληματικό τρόπο καταγραφής των ανέργων στη χώρα μας και εξηγεί τι συμβαίνει με τη «μεγάλη παραίτηση», με την οικειοθελή μαζική παραίτηση εργαζομένων από τις θέσεις εργασίας τους και με τις επιχειρήσεις που αναζητούν εργαζόμενους και δεν βρίσκουν.

Τελευταία ξεκίνησε μια συζήτηση για αλλαγές στον ΟΑΕΔ. Ποιος εκτιμάτε ότι είναι ο στόχος;

Πράγματι, η συζήτηση για τον ΟΑΕΔ, ξεκίνησε πριν από μερικούς μήνες, μετά την δημοσίευση της περίφημης «Έκθεσης Πισσαρίδη». Τον Ιούλιο του 2021, προτάθηκε από πλευράς της αντίστοιχης επιτροπής, το ύψος του επιδόματος του ΟΑΕΔ, να οριστεί στο 55% του μέσου μηνιαίου μισθού του ανέργου, στα προηγούμενα 3 έτη, με ανώτατο όριο επιδόματος τα 1.200 ευρώ, για έξι μήνες, αντί για δώδεκα μήνες, που ισχύει τώρα.

Απαραίτητη προϋπόθεση εφεξής θα είναι ο άνεργος, να αναζητά ενεργά εργασία ή να συμμετέχει σε προγράμματα κατάρτισης. Στο σχέδιο προβλέπεται ότι, αν ο άνεργος μετά τους 6 μήνες, παρά τις ενεργές προσπάθειες για εύρεση εργασίας, δεν έχει βρει δουλειά, θα λαμβάνει για έως 6 μήνες, επιπλέον το επίδομα ανεργίας στο ύψος των 400 ευρώ, όπως περίπου ισχύει σήμερα. Η πρόταση, μεταξύ άλλων, προβλέπει πιλοτική εφαρμογή, που θα αφορά μια συγκεκριμένη δεξαμενή ανέργων, με ειδικά χαρακτηριστικά, οι οποίοι θα επιλεγούν, με συγκεκριμένα κριτήρια. Παράλληλα, σχεδιάζονται μικτά προγράμματα απασχόλησης, που θα συνδυάζουν επιδότηση αλλά και επαγγελματική κατάρτιση.

Η αλήθεια είναι ότι, η κυβέρνηση ετοιμάζεται να αναθεωρήσει πλήρως το καθεστώς των επιδομάτων ανεργίας έχοντας ήδη αναλάβει δεσμεύσεις για αυτό, έναντι των θεσμών, στο πλαίσιο της έγκρισης του προγράμματος, για το Ταμείο Ανάκαμψης. Πιθανώς να ωφεληθούν προσωρινά κάποιοι υψηλόμισθοι, που απώλεσαν την εργασία τους, αλλά για τους πολλούς, οι επερχόμενες αλλαγές δεν θα είναι θετικές. Όποιος για παράδειγμα δεν αποδεικνύει ότι, αναζητεί εργασία ή δεν συμμετέχει σε επιμορφωτικά σεμινάρια, δεν θα δικαιούται το επίδομα αλλά και δεν θα έχει άλλες διευκολύνσεις και παροχές, που δίνει η ιδιότητα του ανέργου. Παράλληλα σχεδιάζεται γενικότερα συγχώνευση επιδομάτων και παροχών, με δυσμενείς επιπτώσεις για τους ανέργους. Στην πραγματικότητα η κυβέρνηση, δεν ενδιαφέρεται για μια ολιστική αντιμετώπιση της ανεργίας, αλλά για το «πετσόκομμα» των επιδομάτων και των παροχών του ΟΑΕΔ, σε συνδυασμό με την εκχώρηση, στα κέντρα κατάρτισης(τα οποία τα αναγάγει σε «συμπαίκτες») σημαντικού μεριδίου των πόρων, που προορίζονται για την καταπολέμηση της ανεργίας.

Η κυβέρνηση επιμένει πως το 54% των ανέργων παραμένει στο Μητρώο Ανέργων για πάνω από 3 χρόνια, ακόμα και δέκα χρόνια. Και πως κάποιοι επιλέγουν καθεστώς «ισόβιας ανεργίας»…

Μακροχρόνια άνεργοι θεωρούνται οι πολίτες, που έχουν παραμείνει άνεργοι για διάστημα άνω των 12 μηνών. Επίδομα δικαιούνται όσοι είναι Έλληνες υπήκοοι και οι υπήκοοι κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που είναι ασφαλισμένοι κατά της ανεργίας εφόσον είναι ηλικίας, από 45-65 ετών. Το ύψος του επιδόματος, καθορίζεται στο ποσό των 200 ευρώ και χορηγείται προσωπικά στον ίδιο το δικαιούχο για όσο χρονικό διάστημα είναι άνεργος και σε καμία περίπτωση πέρα από 12 μήνες. Η παραμονή των ανέργων στο μητρώο, παρά το γεγονός ότι μπορεί να συνδέεται, με ορισμένα «προνόμια», που έχουν οι εγγεγραμμένοι άνεργοι, αποτελεί βασική προϋπόθεση, για να ενημερωθεί ένας άνεργος για επιδοτούμενα προγράμματα, αλλά και για να ενημερωθεί για ενδεχόμενη ανεύρεση εργασίας. Από αρκετές κυβερνητικές πλευρές και σίγουρα εκ του πονηρού, διατυπώνεται η άποψη ότι, οι άνεργοι δεν είναι πράγματι διαθέσιμοι προς εργασία, αλλά παραμένουν στις σχετικές λίστες, μόνο και μόνο για παράδειγμα για να απολαμβάνουν την δωρεάν μετακίνηση στα ΜΜΜ κλπ. Η άποψη αυτή, αφενός παραγνωρίζει την πραγματικότητα, στην πλήρως απορρυθμισμένη αγορά εργασίας, αφετέρου στοχεύει στο να περικόψει επιδόματα και παροχές, από ευάλωτες κατηγορίες πολιτών. Αντί να απολογούνται οι προηγούμενες κυβερνήσεις που μόλις το 2015, θεσπίστηκε η δυνατότητα των ανέργων, να μετακινούνται δωρεάν, αναζητούν «ευσχήμους» τρόπους, να επανέλθουμε στο προγενέστερο, βάρβαρο, καθεστώς. Θυμίζουμε ότι, πριν το 2015, κόντρα σε κάθε λογική, οι άνεργοι έπρεπε να πληρώνουν οι ίδιοι, ακόμα και τις μετακινήσεις τους με τα ΜΜΜ, για την ανεύρεση εργασίας.

Πόσοι είναι τελικά οι εργαζόμενοι στη χώρα; Και ποιος έχει δίκιο στα στοιχεία που δίνει, ο ΟΑΕΔ ή η ΕΛΣΤΑΤ;

Αποκλίσεις στα στοιχεία των δύο αυτών Οργανισμών (ΟΑΕΔ και ΕΛΣΤΑΤ) υπήρχαν πάντα, αλλά τον τελευταίο χρόνο, οι διαφορές είναι τεράστιες, με αποτέλεσμα να επανέρχονται στη μνήμη τα περίφημα «greek statistics». Σύμφωνα με την καταγραφή των τελευταίων στοιχείων της ανεργίας του μηνός Νοεμβρίου όταν η ΕΛΣΤΑΤ προσδιόριζε τους ανέργους σε 624.858 άτομα, ο ΟΑΕΔ κατέγραφε στα μητρώα του 1.091.618 άτομα. Με λίγα λόγια η ΕΛΣΤΑΤ καταγράφει μόνο το 57% των ανέργων που είναι εγγεγραμμένοι στον ΟΑΕΔ, ενώ δεν καταγράφει το 43% των ανέργων (ήτοι των 466.760 άτομα) που – την ίδια ώρα – δηλώνουν στον ΟΑΕΔ ότι δεν εργάζονται. Το γεγονός αυτό δημιουργεί τεράστια ζητήματα αξιοπιστίας για τα στοιχεία, όπως και για την αποτελεσματικότητα των πολιτικών απασχόλησης, οι οποίες διαμορφώνονται λαμβάνοντας υπόψη τα συγκεκριμένα στοιχεία.

Αποκλίσεις στα στοιχεία των δύο Οργανισμών υπήρχαν ανέκαθεν, αλλά σε σαφώς μικρότερη κλίμακα. Σήμερα οι διαφορές είναι τεράστιες και προκαλούν προβληματισμό, για τη στατιστική μέθοδο που εφαρμόζει η ΕΛΣΤΑΤ. Παράγοντες της Στατιστικής υπηρεσίας, αποδίδουν τις διαφορές στο γεγονός ότι, η ΕΛΣΤΑΤ καταγράφει δειγματοληπτικά τις εξελίξεις στην αγορά εργασίας, ενώ ο ΟΑΕΔ καταγράφει τους ανέργους, που προσέρχονται στην υπηρεσία και δηλώνουν ότι, δεν εργάζονται (εγγεγραμμένη ανεργία). Και πάλι, η απόκλιση είναι τεράστια και αδικαιολόγητη, καθώς 466.760 άτομα, παραμένουν εγγεγραμμένα στον ΟΑΕΔ, αλλά δηλώνουν στην ΕΛΣΤΑΤ ότι, εργάζονται. Η ΕΛΣΤΑΤ μετρά τον αριθμό των ανέργων και το ποσοστό της ανεργίας, με βάση εκτιμήσεις που προκύπτουν από τις δειγματοληπτικές έρευνες εργατικού δυναμικού, που η ίδια διεξάγει. Επιπλέον, χρησιμοποιεί διεθνείς ορισμούς βάσει των οποίων άνεργοι χαρακτηρίζονται τα «άτομα τα οποία (α) δεν εργάζονται, (β) είναι άμεσα διαθέσιμα να αναλάβουν εργασία και (γ) αναζητούσαν ενεργά εργασία τις τελευταίες τέσσερις εβδομάδες». Θεσμικά, η ΕΛΣΤΑΤ είναι η αρμόδια για την καταγραφή των ανέργων, όμως η απόκλιση αυτή ,δημιουργεί ερωτήματα ως προς την σκοπιμότητα και την μεθοδολογία, που ακολουθούν οι ελληνικές αρχές.

Επιδόματα ανεργίας πόσοι λαμβάνουν; Και σε τι ποσά ανέρχονται;

Το σύνολο των εγγεγραμμένων ανέργων, με κριτήριο την αναζήτηση εργασίας (αναζητούντων εργασία), για τον μήνα Ιανουάριο 2022, ανήλθε σε 1.103.901 άτομα. Από αυτά 572.900 (ποσοστό 51,90%) είναι εγγεγραμμένα στο μητρώο του ΟΑΕΔ για χρονικό διάστημα ίσο ή και περισσότερο των 12 μηνών και 531.001 (ποσοστό 48,10%) είναι εγγεγραμμένα στο μητρώο του ΟΑΕΔ για χρονικό διάστημα μικρότερο των 12 μηνών. Οι άνδρες ανέρχονται σε 402.647 (ποσοστό 36,47%) και οι γυναίκες ανέρχονται σε 701.254 (ποσοστό 63,53%). Το σύνολο των εγγεγραμμένων λοιπών (μη αναζητούντων εργασία), για τον μήνα Ιανουάριο 2022, ανήλθε σε 8.650 άτομα. Οι άνδρες ανέρχονται σε 3.192 (ποσοστό 36,90%) και οι γυναίκες σε 5.458 (ποσοστό 63,10%). Το σύνολο των επιδοτούμενων ανέργων, για τον μήνα Ιανουάριο 2022, (αφορά τον αριθμό των δικαιούχων που πληρώθηκαν εντός του αντίστοιχου μήνα) ανέρχεται σε 212.800 άτομα. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι, μόνο το 20% των ανέργων της χώρας, λαμβάνει σήμερα το επίδομα ανεργίας.

Γιατί, άραγε, οι επιχειρήσεις επιμένουν πως ψάχνουν εργαζόμενους και δεν βρίσκουν;

Η «Μεγάλη Παραίτηση» είναι ένα φαινόμενο των πανδημικών καιρών, που ήδη απασχολεί εργοδότες, κυβερνήσεις και ειδικούς. Η «Μεγάλη Παραίτηση», γνωστή και ως Big Quit, είναι μια οικονομική τάση κατά την οποία οι εργαζόμενοι παραιτούνται οικειοθελώς από τις εργασίες τους μαζικά, κυρίως στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, ξεκινώντας από τις αρχές του 2021. Η πανδημία έχει σημαντικές επιπτώσεις, με έρευνες να δείχνουν αύξηση των συναισθημάτων εξάντλησης και επιδείνωση της ψυχικής υγείας, σε πολλά έθνη. Όμως, η πίεση αυξάνεται στις ανεπτυγμένες χώρες εδώ και δεκαετίες. Τα εισοδήματα έχουν μείνει στάσιμα, η ασφάλεια της εργασίας έχει γίνει επισφαλής και το κόστος στέγασης και εκπαίδευσης, έχει εκτιναχθεί στα ύψη, αφήνοντας λιγότερους νέους ανθρώπους σε θέση να οικοδομήσουν μια οικονομικά σταθερή ζωή.

Σχεδόν οι μισοί εργαζόμενοι στον κόσμο, σκέφτονται να παραιτηθούν, σύμφωνα με έρευνα της Microsoft Corp. Από την άλλη η ελληνική πραγματικότητα είναι μάλλον διαφορετική. Συγκεκριμένα επαγγέλματα υψηλής εξειδίκευσης (μηχανικοί, πληροφορικάριοι κλπ) δεν καλύπτουν την ζήτηση. Το ίδιο όμως συμβαίνει και στον ξενοδοχειακό κλάδο λόγω των πολύ χαμηλών αμοιβών. Το πρόβλημα είναι οξύτερο στους τομείς της μεταποίησης, των ξενοδοχείων, της εστίασης αλλά και στις υπηρεσίες Υγείας, με τις μεγαλύτερες ελλείψεις σε σκληρά και δύσκολα επαγγέλματα που δεν χαίρουν ούτε μεγάλης κοινωνικής αίγλης, ούτε καλών αποδοχών. Τα κίνητρα των ανθρώπων, που αρνούνται να επιστρέψουν στις θέσεις τους ή παύουν να αναζητούν εργασία στον κλάδο, στον οποίο κινούντο μέχρι προσφάτως, σχετίζονται σε μεγάλο βαθμό με το αίτημά τους για καλύτερες αμοιβές. Το συμπέρασμα είναι εύλογο ακριβώς επειδή υπάρχουν τόσες ελλείψεις σε κακοπληρωμένες δουλειές. Η λύση, όταν οι εργοδότες εκφράζουν τα παράπονά τους ότι δεν βρίσκουν προσωπικό είναι απλή, όπως είπε πρόσφατα και ο Πρόεδρος των ΗΠΑ, κ. Μπαίντεν (αν και οι συνθήκες εργασίας, δεν έχουν να κάνουν μόνο με το ύψος του μισθού). «Pay them more»…

(Ο Διονύσης Τεμπονέρας είναι Δικηγόρος – Εργατολόγος)

Πηγή: ieidiseis.gr