Ελεύθερο πεδίο δράσης στα καρτέλ, «κλαδεύουν» την Επιτροπή Ανταγωνισμού

Στο καλάθι των αχρήστων οι προτάσεις Λιανού για επέκταση αρμοδιοτήτων σε τηλεπικοινωνίες, ενέργεια και επιχειρηματικά οικοσυστήματα

Ελεύθερο πεδίο δράσης στα καρτέλ και μάλιστα σε κλάδους κρίσιμης σημασίας για τους καταναλωτές (τηλεπικοινωνίες, ενέργεια) αφήνει η κυβέρνηση με νομοσχέδιο για τον ανταγωνισμό, απορρίπτοντας δύο βασικές προτάσεις του προέδρου της Επιτροπής Ανταγωνισμού, Ι. Λιανού που θα οδηγούσαν, εάν είχαν υιοθετηθεί, στη διεύρυνση των αρμοδιοτήτων και του χώρου δράσης της αντιμονοπωλιακής αρχής.

Συστηματικά, πλέον, η κυβέρνηση… στραπατσάρει την Επιτροπή και τον πρόεδρό της, που θεωρείται από τους καλύτερους επιστήμονες στα θέματα ανταγωνισμού στον διεθνή χώρο, «κλαδεύοντας» τις αρμοδιότητές της, με τρόπο που εξ αντικειμένου ευνοεί μεγάλες επιχειρήσεις με ενδεχόμενες διαθέσεις για παραβατική συμπεριφορά. Έχει προηγηθεί, για παράδειγμα, η νομοθετική ρύθμιση που δεν επέτρεψε να έχει η Επιτροπή την πλήρη ευθύνη ελέγχου των καθυστερήσεων πληρωμών από τα σούπερ μάρκετ σε εταιρείες τροφίμων και αγρότες, μια ρύθμιση που είχε προκαλέσει πρωτοφανή δημόσια αντίδραση από την Ολομέλεια της Επιτροπής (μάταια, πάντως…).

Το νέο «στραπατσάρισμα» Λιανού ήλθε με το νομοσχέδιο για τον ανταγωνισμό, που κατατέθηκε στις 18 του μήνα. Ο πρόεδρος της Επιτροπής είχε τονίσει με έμφαση επί σειρά μηνών, οργανώνοντας μάλιστα και εκδήλωση με ομιλητές κορυφαίες προσωπικότητες όπως ο Μάριο Μόντι, ότι είναι εντελώς εσφαλμένη η πρόβλεψη της ελληνικής νομοθεσίας, που δίνει σε ειδικές ρυθμιστικές αρχές, όπως η Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών, αρμοδιότητες ελέγχου παραβάσεων του νόμου για τον ανταγωνισμού, τις οποίες σε όλες τις χώρες του ΟΟΣΑ, με ελάχιστες εξαιρέσεις, ασκούν οι αντιμονοπωλιακές αρχές.

Αν γινόταν δεκτή η αντίληψη του κ. Λιανού, θα έπρεπε η κυβέρνηση να επιτρέψει στην Επιτροπή να ελέγξει κλάδους όπως η ενέργεια και οι τηλεπικοινωνίες, που έχουν μεν ολιγοπωλιακή διάρθρωση και υπάρχουν πάντα υπόνοιες για καταχρηστικές συμπεριφορές, αλλά ως τώρα μένουν στο απυρόβλητο των ελέγχων, αφού οι ειδικές ρυθμιστικές αρχές επιλέγουν να μην ασκούν τις συγκεκριμένες αρμοδιότητας, μόνες ή σε συνεργασία με την Επιτροπή Ανταγωνισμού.

Τελικά, η κυβέρνηση όχι μόνο δεν επιτρέπει στην Επιτροπή Ανταγωνισμού να ασκήσει εποπτικά καθήκοντα σε αυτούς τους κλάδους, αλλά περιορίζει ρητά τις αρμοδιότητές της. Το άρθρο 14 του νομοσχεδίου προβλέπει ότι «με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων άλλων αρχών που ορίζονται με την περ. στ) της παρ. 2 του άρθρου 113 του ν. 4727/2020 (Α’ 184) και με τις περ. κα) και κδα) της παρ. 1 και α) της παρ. 2 του άρθρου 5 του ν. 4053/2012 (Α’ 44), η Επιτροπή Ανταγωνισμού είναι αρμόδια για την τήρηση του παρόντος νόμου και των άρθρων 101 και 102 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης» (σ.σ.: πρόκειται για τα βασικά άρθρα της εθνικής και κοινοτικής αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας).

Σε ένα προσωπικό πλήγμα στο κύρος του κ. Λιανού, εξάλλου, η κυβέρνηση πέταξε στο καλάθι των αχρήστων την πρόταση που είχε καταθέσει, ως πρόεδρος της ειδικής νομοπαρασκευαστικής επιτροπής, την οποία μάλιστα τεκμηρίωσε πλήρως με άρθρο σε διεθνή πανεπιστημιακή έκδοση, μια πρόταση που θα έδινε μεγαλύτερα περιθώρια στην Επιτροπή Ανταγωνισμού να ελέγξει μεγάλες επιχειρήσεις που έχουν ισχυρή θέση σε ψηφιακά οικοσυστήματα, όπως η Airbnb, και θα μπορούσαν να καταχραστούν αυτή την ισχύ τους σε βάρος μικρότερων επιχειρήσεων.

Τράπεζες, τηλεπικοινωνιακές εταιρείες και άλλες ισχυρές επιχειρήσεις είχαν καταφερθεί εναντίον αυτής της πρότασης, όταν έγινε δημόσια διαβούλευση για το νομοσχέδιο, προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι θα δημιουργούσε νομική αβεβαιότητα και θα ήταν δύσκολο να εφαρμοσθεί. Αυτά τα επιχειρήματα εισακούσθηκαν τελικά από την κυβέρνηση, που απέρριψε την πρόταση Λιανού για ένα ειδικό καθεστώς ελέγχου στα οικοσυστήματα, ενώ ο πρόεδρος της Επιτροπής Ανταγωνισμού υπήρχαν έντονες φήμες ότι θα μπορούσε ακόμη και να παραιτηθεί με αυτή την αφορμή, τελικά όμως επέλεξε να μείνει στη θέση του, παρά το σοβαρό πλήγμα που δέχθηκε.

Εκτός από αυτές τις ρυθμίσεις που «κόπηκαν» από το νομοσχέδιο, η κυβέρνηση προωθεί δύο σημαντικές αλλαγές:

1. Καθιερώνεται ένα νέο βασικό αδίκημα ανταγωνισμού, για το οποίο μπορούν να ελέγχονται μόνο πολύ μεγάλες επιχειρήσεις, η «πρόσκληση σε απαγορευμένη σύμπραξη και ανακοίνωση μελλοντικών προθέσεων τιμολόγησης προϊόντων μεταξύ ανταγωνιστών». Ειδικότερα, «απαγορεύεται σε μία επιχείρηση να προτείνει, να εξαναγκάζει, να παρέχει κίνητρα ή να προσκαλεί με οποιονδήποτε τρόπο άλλη επιχείρηση να συμμετέχει σε συμφωνία μεταξύ επιχειρήσεων ή σε αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων ή σε εναρμονισμένες πρακτικές, οι οποίες έχουν ως αντικείμενο την παρεμπόδιση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού στην Ελληνική Επικράτεια».

2. Καθιερώνονται αυστηρότεροι κανόνες για τα πρόστιμα σε ελληνικούς και πολυεθνικούς ομίλους, καθώς πλέον αυτά θα υπολογίζονται όχι με βάση τον τζίρο μίας εταιρείας μόνο στην Ελλάδα, αλλά με βάση τον παγκόσμιο τζίρο των ομίλων. Η νέα προτεινόμενη διάταξη αναφέρει ότι: «Σε περίπτωση ομίλου εταιρειών, για τον υπολογισμό του προστίμου, λαμβάνεται υπόψη ο συνολικός παγκόσμιος κύκλος εργασιών του ομίλου». Έτσι, για παράδειγμα, αν μια πολυεθνική εταιρεία καταναλωτικών αγαθών τιμωρηθεί για τις παραβάσεις της ελληνικής θυγατρικής της, το πρόστιμο δεν θα υπολογισθεί με βάση τον τζίρο της τελευταίας, αλλά με βάση τον (πολλαπλάσιο) τζίρο του μητρικού ομίλου σε όλες τις αγορές όπου δραστηριοποιείται.

πηγή: sofokleousin.gr