Διονύσης Τεμπονέρας: Η ακρίβεια σαρώνει εργαζόμενους, συνταξιούχους και επιχειρήσεις

Στην Ελλάδα, ο κατώτατος μισθός βρίσκεται στο 48% του εθνικού ενδιάμεσου (median) μισθού και επομένως, θα έπρεπε να αυξηθεί κατά 25%, προκειμένου να φθάσει στο 60% αυτού.

Δεν έχει προηγούμενο, αυτό που συμβαίνει τους τελευταίους μήνες, με το συνεχιζόμενο κύμα ακρίβειας, που συρρικνώνει το εισόδημα, εργαζομένων και συνταξιούχων και ελευθέρων επαγγελματιών.

Βασικά είδη πρώτης ανάγκης, έχουν πάρει την ανιούσα, με αυξήσεις που για παράδειγμα στην ενέργεια(φυσικό αέριο), ξεπερνούν το 180%.Το πετρέλαιο παρουσιάζει αύξηση 45%, το λάδι 18%, οι πατάτες 12%, ο καφές 4% κλπ.

Στο 4,8% «σκαρφάλωσε» ο πληθωρισμός το Νοέμβριο, σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, καταγράφοντας νέο ρεκόρ, το υψηλότερο της τελευταίας δεκαετίας, για την Ελλάδα.

Πριν από μερικές εβδομάδες, κυβερνητικοί κύκλοι, έκαναν λόγο για «παροδικό» πληθωρισμό, που τώρα ξαφνικά, αποδεικνύεται «επίμονος».

Η μετάλλαξη Omicron, πρόκειται να προκαλέσει επιπλέον προβλήματα, καθώς η κυβέρνηση κινείται στη λογική του «lockdown χωρίς μέτρα στήριξης». Η κατανάλωση ήδη έχει κάνει βουτιά, η χριστουγεννιάτικη αγορά καταστράφηκε και οι οφειλές των ιδιωτών, σε δημόσιο και ασφαλιστικά ταμεία, γιγαντώνονται συνεχώς.

Σύμφωνα με τα προσωρινά στοιχεία εκτέλεσης του κρατικού Προϋπολογισμού, σε τροποποιημένη ταμειακή βάση, για την περίοδο του Ιανουαρίου – Οκτωβρίου 2021, παρουσιάζεται έλλειμμα στο ισοζύγιο του κρατικού Προϋπολογισμού, ύψους 11,522 δισ. ευρώ.

Όλα τα ανωτέρω θα περίμενε κανείς να έχουν «θορυβήσει» τους κυβερνόντες, ώστε να λάβουν έκτακτα μέτρα στήριξης, του λαϊκού εισοδήματος. Δυστυχώς όμως, το επιτελείο του Υπουργείου Οικονομικών, κατήρτισε τον προϋπολογισμό του 2022, με την παραδοχή ότι, η πανδημία λήγει σύντομα!

Είναι χαρακτηριστική, η πρόθεση της κυβέρνησης, να αυξήσει τον κατώτατο μισθό, με τον οποίο αμείβονται 600.000 εργαζόμενοι, μόλις κατά 2%, από 1.1.2022, δίχως να δίνει ξεκάθαρες απαντήσεις για το αν και πόσο, θα αυξηθεί επιπλέον, στο άμεσο μέλλον. Την ώρα, που οι εργαζόμενοι αντιμετωπίζουν την εκτόξευση του κόστους ζωής, λόγω των ανατιμήσεων, η κυβέρνηση οχυρώνεται πίσω από ιδεοληπτικές προσεγγίσεις, που καταρρίπτονται διεθνώς. Πως αλλιώς να εξηγήσει κάνεις το γεγονός ότι, ενώ άλλες ακόμα και φιλελεύθερες κυβερνήσεις, προχώρησαν άμεσα, στην αύξηση του κατώτατου μισθού, την τελευταία διετία, ως μοναδικό μέσο στήριξης του εισοδήματος των εργαζομένων, μπροστά στο κίνδυνο της ύφεσης και της οικονομικής κρίσης, αντίθετα η ελληνική κυβέρνηση, προχωρά σε ελάχιστες αυξήσεις μισθών, που υπολείπονται του πληθωρισμού, που αποκτά πλέον μόνιμα χαρακτηριστικά.

Ήδη από το 2017 η Ευρωπαϊκή Συνομοσπονδία Συνδικάτων (ETUC) είχε διαπιστώσει την ανάγκη να αυξηθούν οι κατώτατοι μισθοί, σε τουλάχιστον 10 χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα, καθώς οι μισθοί είναι πολύ χαμηλότεροι, από το αποδεκτό όριο, με αποτέλεσμα πολλοί ευρωπαίοι εργαζόμενοι, να μην μπορούν να επιβιώσουν.

Ειδικότερα στην Ελλάδα, ο κατώτατος μισθός βρίσκεται στο 48% του εθνικού ενδιάμεσου (median) μισθού και επομένως, θα έπρεπε να αυξηθεί κατά 25%, προκειμένου να φθάσει στο 60% αυτού.

Όλα τα ανωτέρω, είχαν επισημανθεί έγκαιρά, πριν το τεράστιο κύμα της ακρίβειας και γίνονται πολύ πιο επίκαιρα και πιεστικά, τώρα που η ακρίβεια, απειλεί την επιβίωση των εργαζομένων και των πιο φτωχών λαϊκών στρωμάτων.

Παρόμοια, είναι η κατάσταση και για τους συνταξιούχους ,που βλέπουν καθηλωμένα τα εισοδήματά τους, επί μια δεκαετία. Οι συνταξιούχοι και ειδικά οι πιο ηλικιωμένοι, δεν έχουν την δυνατότητα συμπληρωματικού εισοδήματος και μοιραία βλέπουν το διαθέσιμο εισόδημα από συντάξεις να μειώνεται συνεχώς. Ο δείκτης επάρκειας των συντάξεων, συνεχώς επιβαρύνεται και σύντομα θα φτάσουμε στο σημείο που χιλιάδες συνταξιούχοι, δεν θα μπορούν να τα βγάλουν πέρα. Σε αυτό το περιβάλλον η κυβέρνηση αρνήθηκε να δώσει το σύνολο των αναδρομικών από τις περικοπές των συντάξεων που επιδίκασε το ΣτΕ, ενώ στέρησε από τους χαμηλοσυνταξιούχους την 13η σύνταξη που είχε νομοθετήσει η προηγούμενη κυβέρνηση. Αντ’ αυτού χορηγήθηκε ένα εφάπαξ επίδομα 250 ευρώ, μόνο σε 634.000 από τους 960.000 συνταξιούχους που λαμβάνουν σύνταξη κάτω από 600 ευρώ και βρίσκονται στα όρια της φτώχειας. Τα χρήματα αυτά θα λείψουν βέβαια από την αγορά που ήδη στενάζει.

Η κατάσταση στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, είναι ακόμα πιο δραματική. Η πρόσβαση στη χρηματοδότηση εξακολουθεί να αποτελεί, ένα από τα βασικά ζητήματα, που απασχολούν τις μικρές επιχειρήσεις, καθώς η χώρα μας έχει διαχρονικά το υψηλότερο “χρηματοδοτικό κενό” στην Ευρωζώνη, όπως αυτό μετράται και καταγράφεται από αντίστοιχη εξαμηνιαία έρευνα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Το περιβάλλον στο οποίο εξήλθαν οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις την άνοιξη του 2021, δεν είχε καμία σχέση με το περιβάλλον από το οποίο αποχώρησαν τον Φεβρουάριο του 2020. Οι ανατιμήσεις έχουν αλλάξει άρδην τους όρους του επιχειρείν. Τεχνικά επαγγέλματα καλούνται να υλοποιήσουν έργα, βάσει προσφορών, που κατέθεσαν όταν οι τιμές των πρώτων υλών ήταν 10%, 20% και 30% φθηνότερα. Δεκάδες άλλοι επαγγελματίες καλούνται να απορροφήσουν σε βάρος των κερδών τους, δηλαδή των δικών τους εισοδημάτων και μισθών, τις καθημερινές ανατιμήσεις σε είδη μαναβικής και πρώτες ύλες της εστίασης. Η κυβέρνηση μέχρι σήμερα δεν έχει προαναγγείλει κανένα μέτρο στήριξης για τον κλάδο της εστίασης, την ίδια ώρα που δυστυχώς, επιβεβαιώνονται οι προβλέψεις οι οποίες ανέφεραν ότι, τέσσερις στις δέκα επιχειρήσεις κινδυνεύουν το επόμενο διάστημα, να βάλλουν λουκέτο. Τα λουκέτα σημαίνουν αύξηση της ανεργίας και ο φαύλος κύκλος της ύφεσης δεν έχει τελειωμό.

Μοναδικό αντίδοτο στην ζοφερή πραγματικότητα, είναι να προκύψει ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα σωτηρίας της ελληνικής οικονομίας. Μια γενναία αύξηση του κατώτατου μισθού στα 800 ευρώ για τους εργαζόμενους σε συνδυασμό με αύξηση συντάξεων, πάνω από τον πληθωρισμό, για τους συνταξιούχους, πρόσβαση των ΜμΕ στα χρήματα του Ταμείου Ανάκαμψης και ενίσχυση της ρευστότητάς τους, αποτελούν πυλώνες του εν λόγω προγράμματος. Βραχυπρόθεσμα είναι βέβαιο ότι, η συζήτηση για το ιδιωτικό και το δημόσιο χρέος, πρέπει να επανέλθει στο επίκεντρο. Τέλος το θνησιγενές μοντέλο της ελληνικής οικονομίας που οξύνει τις κοινωνικές ανισότητες είναι επιτακτική ανάγκη να αναθεωρηθεί, στην βάση απονομής κοινωνικής δικαιοσύνης. Αρκεί να ξεκινήσουμε από την παραδοχή ότι η υγειονομική και οικονομική κρίση έχει ταξικά χαρακτηριστικά και δεν επηρεάζονται όλοι το ίδιο. Αναζητείται πλέον η κοινή λογική…

Ο Διονύσης Τεμπονέρας είναι Δικηγόρος- Εργατολόγος

πηγή: ieidiseis.gr