ΛΑΡΚΟ / Περιμένοντας (ακόμα) τους μνηστήρες να μαζέψουν τον «χρυσό»

Τι κι αν παράγει αυτό που οι αγορές αποκαλούν «νέο χρυσό»; Η ναυαρχίδα της ελληνικής μεταλλουργίας βρίσκεται ένα βήμα πριν από το δρομολογημένο ξεπούλημα

Δουλεύουμε σε διακόπτες κοβαλτίου μία ώρα την ημέρα στα υπόγεια, χωρίς ειδική στολή. Κινδυνεύουμε από ραδιενέργεια. Πολλές φορές είμαστε κάτω 4 ώρες. Βγαίνουμε έξω και ξερνοβολάμε (…) Τα δέντρα μαύρισαν. Τα διπλανά χωριά το ίδιο. Η σκουριά, η μουτζούρα, το αρσενικό μάς δηλητηριάζουν.

(…) Με λένε Βασιλάκη Νικόλαο. Γράψε ότι καταγγέλλω τη ΛΑΡΚΟ γιατί μας στέλνει πρόωρα στον θάνατο. Δεν παίρνει κανένα μέτρο, όλοι είμαστε καμένοι σε χίλιες μεριές (…) Στην απομετάλλωση και στην αποσκουρίαση κινδυνεύουμε από το λιωμένο μέταλλο και τους όγκους της σκουριάς (…) Αυτοί που τοποθετούν το βυρόλ κινδυνεύουν να γίνουν κάρβουνο…»

Η παραπάνω μαρτυρία προέρχεται από ρεπορτάζ του Ριζοσπάστη, τον Φεβρουάριο του 1977, για την απεργία στη ΛΑΡΚΟ που κράτησε 110 μέρες και συντάραξε την Ελλάδα. Οι εργάτες έγιναν σύμβολα αντοχής και αλληλεγγύης και ο Πρόδρομος Μποδοσάκης, ιδρυτής της επιχείρησης και φίλος τού τότε πρωθυπουργού Καραμανλή, αναγκάστηκε να ικανοποιήσει όλα τα αιτήματά τους. Η καταγγελία του εργάτη είναι μόνο ένα μικρό πειστήριο για τις συνθήκες εργασίας στη ΛΑΡΚΟ, η οποία έναν χρόνο νωρίτερα, το 1976, είχε γίνει η πρώτη μεταλλουργική εταιρεία στον κόσμο που εισήγαγε το κοκκοποιημένο σιδηρονικέλιο στην αγορά.

Το σιδηρονικέλιο μαζί με το σιδηροχρώμιο αποτελούν τις βασικές πρώτες ύλες για την παραγωγή ανοξείδωτου χάλυβα. Η ΛΑΡΚΟ είναι η μοναδική εταιρεία στην Ευρωπαϊκή  Ένωση που παράγει σιδηρονικέλιο. Το 2017 κάλυψε το 5,4% των αναγκών τής Ευρώπης σε νικέλιο.

Ο Δημήτρης Καραμέρης δεν πρόλαβε τη μεγαλειώδη απεργία του 1977. Μπήκε ως εργάτης στα καμίνια της ΛΑΡΚΟ στη δεκαετία του ’90, όταν τα πράγματα ήταν κάπως καλύτερα ως προς τις συνθήκες δουλειάς. Πάντα, όμως, σκληρά και επικίνδυνα. Συμπληρώνει τριάντα χρόνια στο μεταλλουργικό εργοστάσιο της Λάρυμνας. Του ζητάω να περιγράψει την καθημερινότητα εκεί, όπως έκανε τότε ο απεργός που μίλησε στον Ριζοσπάστη. Σήμερα μπορείς με ένα βίντεο από το κινητό να αποφύγεις τις πολλές κουβέντες. Τον βλέπεις με την πελώρια, πυρίμαχη στολή, που θυμίζει φουτουριστική ταινία, να παλεύει με ένα απόκοσμο τέρας που ξερνάει φωτιά.

«Ανοίγουμε το καμίνι, το μετάλλευμα ‘ψήνεται’ και λιώνει στους 1.300 – 1.600 βαθμούς, πηγαίνει για επεξεργασία και διαχωρισμό. Από κει παίρνουμε το σιδηρονικέλιο». Σαν να περιγράφει μια απλή, καθημερινή διαδικασία. Και μόνο όμως στη θέα της φλόγας που κυκλώνει σαν λάβα τους εργάτες τρομάζεις. Ακόμα και από την ασφάλεια της οθόνης αντιλαμβάνεσαι τον κίνδυνο.

Στο τέλος κάθε βάρδιας φεύγει πάντα ανακουφισμένος, έστω κι αν είναι γεμάτος από τη σκουριά, αυτή που καθημερινά το εργοστάσιο αδειάζει στον Ευβοϊκό. Δεν είναι λίγες οι φορές που το πράγμα έχει στραβώσει: «Η ναυαρχίδα της ελληνικής βιομηχανίας έχει θρηνήσει 75 νεκρούς και εκατοντάδες τραυματίες στα περίπου 55 χρόνια λειτουργίας της – σκεφτείτε, αν εφαρμοστεί ο νόμος Χατζηδάκη, να δουλεύει ένας εργαζόμενος στους 1.300 βαθμούς επί 10 ώρες. Τι να το κάνω το ρεπό αν είμαι νεκρός;».

Τα φουγάρα έχουν σταματήσει να καπνίζουν

Ο Δ. Καραμέρης έχει προλάβει τη ΛΑΡΚΟ «και με τα 5 καμίνια και τις 4 περιστροφικές σε λειτουργία, παρήγαγε τον μήνα πάνω από 1.300 τόνους». Σήμερα υπολειτουργεί, «δουλεύουν μόνο τα 2 καμίνια και οι 2 περιστροφικές». Η τσιμινιέρα – σύμβολο που βλέπεις όταν φτάνεις στη Λάρυμνα έχει «παγώσει», αυτή τη φορά όχι λόγω κάποιας εμβληματικής απεργίας.

Η σταδιακή διακοπή των εγκαταστάσεων του εργοστασίου μετά την εκκίνηση της ειδικής διαχείρισης από την κυβέρνηση Μητσοτάκη οδήγησε στη μείωση της παραγωγής, η οποία σε ετήσια βάση το 2020 ήταν 6.000 τόνοι και το 2021 δεν θα ξεπεράσει τους 4.000 τόνους.

Το προϊόν, πάντως, είναι χρυσάφι: τον Αύγουστο του 2020 ο ιδρυτής της Tesla  Έλον Μσκ, «παρακάλεσε» όλες τις εταιρείες εξόρυξης «όπου κι αν βρίσκονται στον κόσμο να εξορύξουν περισσότερο νικέλιο». Το είχε προφητέψει ο Μποδοσάκης έξι δεκαετίες νωρίτερα: η Ελλάδα, έλεγε, «δεν χρειάζεται πετρελαιοπηγές, έχει κάτι καλύτερο, το νικέλιο!».

Η διεθνής ζήτηση για το νικέλιο αυξάνεται λόγω της χρήσης του στη νέα γενιά μπαταριών για την ηλεκτροκίνηση.

Οι δε προοπτικές παραγωγής και κοβαλτίου, το οποίο περιέχεται στο μετάλλευμα της ΛΑΡΚΟ (αν και η μέθοδος της πυρομεταλλουργίας δεν επιτρέπει την ανάκτησή του), δημιουργούν ακόμη πιο ευοίωνες προοπτικές.

Οι ανάγκες της Ε.Ε. σε κοβάλτιο εκτιμώνται ότι το 2025 θα είναι 53.000 τόνοι. Εάν η ΛΑΡΚΟ επενδύσει στην υδρομεταλλουργία, θα είναι σε θέση να παράγει 2.000 – 3.000 τόνους κοβαλτίου ετησίως.

«Με νέες επενδύσεις μπορεί να χρησιμοποιηθεί ακόμα και η ιστορική σκόνη που είναι συγκεντρωμένη δίπλα στο εργοστάσιο και να λειτουργήσει ως ένα εν δυνάμει μεταλλείο που με τη μέθοδο της σφαιροποίησης θα παράγονται πέλετ και θα γίνεται επανατροφοδοσία για μεταλλουργική επεξεργασία», λένε στην ΑΥΓΗ παράγοντες με εμπειρία επί του θέματος.

Ωστόσο, από τότε που η σημερινή κυβέρνηση (πιάνοντας το νήμα από εκεί που το είχε αφήσει η κυβέρνηση Σαμαρά) έθεσε τη ΛΑΡΚΟ σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης (στις αρχές του 2020) θεωρώντας «μονόδρομο» την πώλησή της, οι εργαζόμενοι βιώνουν την απαξίωση και τη διαρκή αβεβαιότητα για το μέλλον τους.

«Όταν έχεις να διαχειριστείς ρευστό μέταλλο σε 1.600 βαθμούς θερμοκρασία, δεν επιτρέπεται ο παραμικρός εφησυχασμός. Πρέπει να είσαι απόλυτα ήρεμος και ψύχραιμος, αλλά όταν δεν ξέρεις τι θα συμβεί αύριο, δεν μπορείς να είσαι ψύχραιμος.  Έτσι οδηγούμαστε σε ατυχήματα. Βάλε και την κακή κατάσταση των εγκαταστάσεων… Προσπαθούν οι εργαζόμενοι να τις συντηρήσουν, αλλά δεν έχουν τα απαιτούμενα ανταλλακτικά και εξοπλισμό» λέει στην ΑΥΓΗ ένας άλλος από τους παλιούς εργαζόμενους της ΛΑΡΚΟ. Είχε πάει «απλά για ένα χαρτζιλίκι ως πιτσιρικάς» και έμεινε 42 χρόνια.

Καμία διασφάλιση των θέσεων εργασίας

Σήμερα διακυβεύεται η δουλειά περίπου 1.100 μόνιμων εργαζόμενων, 4.000 εργολαβικών αλλά και πάνω από 10.000 ανθρώπων που σχετίζονται έμμεσα με τη λειτουργία των μεταλλευτικών κέντρων σε Εύβοια, Θήβα και Καστοριά, του λιγνιτωρυχείου στα Σέρβια Κοζάνης και του εργοστασίου στη Λάρυμνα της Φθιώτιδας. Η ιστορία της ΛΑΡΚΟ είναι για όλους αυτούς μια ιστορία (δύσκολης μεν, αλλά) επιβίωσης.

Για το πολιτικό προσωπικό του παλιού δικομματισμού αποτελεί ακόμα ένα κλασικό παράδειγμα κακοδιαχείρισης και πελατειασμού, που οδήγησε μια βαριά βιομηχανία της χώρας σε ένα «βολικό» για τους θιασώτες των ιδιωτικοποιήσεων αδιέξοδο.

Την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές, ξέρουμε ότι οι δύο διαγωνισμοί -αυτός του ειδικού διαχειριστή για τα μεταλλεία σε Καστοριά και Εύβοια και αυτός του ΤΑΙΠΕΔ για την εκμίσθωση του εργοστασίου- έχουν πάρει άτυπη παράταση έως τα τέλη Οκτωβρίου.

Στον αέρα μετά το τέλος του μήνα

Τα οικονομικά της εταιρείας αρκούν για να καλύψουν τις ανάγκες μισθοδοσίας και παραγωγής μόνο μέχρι το τέλος του μήνα. Οι εργαζόμενοι έχουν αντέξει εδώ και 22 μήνες και προετοιμάζονται για νέες κινητοποιήσεις, όπως η αυριανή (18.10) παράσταση διαμαρτυρίας στο υπουργείο Εργασίας και η απεργιακή κάθοδος στην Αθήνα στα μέσα Νοεμβρίου. Η βαριά ιστορία των εργατικών αγώνων στη ΛΑΡΚΟ δεν τους αφήνει άλλο δρόμο.

Η ιδιωτικοποίηση της ΛΑΡΚΟ στηρίζεται σε αποφάσεις του 2014, όταν η τότε κυβέρνηση δέχτηκε να διχοτομήσει την επιχείρηση και να πουλήσει τα στοιχεία του ενεργητικού της με δύο διαγωνισμούς στους οποίους δεν θα μπορούσαν να συμμετέχουν η ΛΑΡΚΟ και οι θυγατρικές της.

Ο νέος ή οι νέοι αγοραστές θα απαλλάσσονταν από τις λεγόμενες κρατικές ενισχύσεις (περίπου 135 εκατ. ευρώ τότε, μετά έπεσαν κάτω από 100 εκατ. ευρώ) για τις οποίες η χώρα μας έχει βρεθεί υπόλογη στην Κομισιόν.

Στην απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου (1.2.2018), όταν η ΛΑΡΚΟ έκανε προσφυγή ακύρωσης της απόφασης για τις κρατικές ενισχύσεις, αναφέρεται ρητά: «Επιπλέον, κανείς από τους δύο διαγωνισμούς δεν επέβαλε στον αγοραστή υποχρέωση να συνεχίσει να απασχολεί τους εργαζόμενους της προσφεύγουσας».

«Η κυβέρνηση προκλητικά εξυπηρετεί τους ‘μνηστήρες’ χωρίς να διασφαλίζει τη συνέχιση της ενιαίας λειτουργίας, τις θέσεις εργασίας και εκβιάζοντάς μας ότι θα χάσουμε τον δεδουλευμένο μόχθο που μας χρωστά ως εργοδότης και πολιτικός προϊστάμενος. Τους ρυθμίζει την τιμή της ενέργειας επιβεβαιώνοντας ότι η ΛΑΡΚΟ μεθοδευμένα, συνειδητά και εικονικά υπερχρεώθηκε στη ΔΕΗ (σ.σ.: η οποία κατέχει το 11,4% των μετοχών της ΛΑΡΚΟ). Αν η ΛΑΡΚΟ πλήρωνε όσο οι υποψήφιοι ‘μνηστήρες’ την ενέργεια, η ΔΕΗ θα έπρεπε να επιστρέψει στη ΛΑΡΚΟ πάνω από 100 εκατομμύρια ευρώ» υποστηρίζει ο Δ. Καραμέρης, που είναι ταυτόχρονα μέλος στο Δ.Σ. του επιχειρησιακού σωματείου.

Θυμίζει την απόφαση της ΔΕΗ να διπλασιάσει την τιμή του ρεύματος μέσα σε ένα βράδυ το 2006. Η ενεργοβόρος ΛΑΡΚΟ είναι ο δεύτερος μεγαλύτερος πελάτης της ΔΕΗ και τα συσσωρευμένα χρέη προς τη μητρική ξεπερνούν τα 300 εκατομμύρια ευρώ.

ΛΑΡΚΟ

Υπάρχει άλλος δρόμος;

Ενώ η ζήτηση για νικέλιο και κοβάλτιο ανεβαίνει διεθνώς και η τιμή του νικελίου έχει πάρει την ανηφόρα, η κυβέρνηση Μητσοτάκη εμμένει στο σχέδιο ξεπουλήματος της μοναδικής καθετοποιημένης ευρωπαϊκής μονάδας.

Είναι όμως πράγματι μονόδρομος μια καθαρά εξαγωγική επιχείρηση, η οποία συνεισφέρει στο ισοζύγιο πληρωμών της χώρας μας 200 – 250 εκατομμύρια ευρώ ετησίως, να περάσει απαξιωμένη στα χέρια ιδιωτών, αφού το Δημόσιο θα φορτωθεί τα χρέη;

Αν, λένε παράγοντες της αγοράς στην ΑΥΓΗ, έμεινε ζωντανή επί κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, όταν η τιμή του νικελίου ήταν πολύ χαμηλή (το 2016 είχε φτάσει στα 9.607 δολάρια ο τόνος), σήμερα, που ο μέσος όρος της τιμής του νικελίου στο Χρηματιστήριο Μετάλλων του Λονδίνου (LME) ήταν για το 2020 13.800 δολάρια / tn και για το 2021 18.000 δολάρια / tn, η εταιρεία θα μπορούσε να έχει έναν ετήσιο κύκλο εργασιών της τάξεως των 210.000.000 ευρώ και 270.000.000 ευρώ αντίστοιχα.

Δεδομένου ότι οι δαπάνες για την υποστήριξη της μέγιστης δυνατής παραγωγής σε ετήσια βάση θα έφταναν τα 210.000.000 ευρώ, η εταιρεία θα μπορούσε τα δύο τελευταία έτη να έχει περάσει στην κερδοφορία παραμένοντας υπό δημόσιο έλεγχο.

Μεθοδευμένη απαξίωση

Αντίθετα, οι λανθασμένοι χειρισμοί την έχουν οδηγήσει σε οικονομικό στραγγαλισμό.

Η εξόρυξη στα μεταλλεία έχει περιοριστεί και τους επόμενους μήνες θα προκύψουν προβλήματα τροφοδοσίας του εργοστασίου με μεταλλεύματα, ενώ η συντήρηση των εγκαταστάσεων είναι μηδαμινή, κάτι που μπορεί να οδηγήσει στη διακοπή της λειτουργίας του.

«Οι περισσότερες μονάδες είναι διαλυμένες και γκρεμίζουν από την εγκατάλειψη. Δεν υπάρχει ούτε βίδα ως ανταλλακτικό, ενώ τα μεταλλεία έχουν σταματήσει την εξόρυξη ή υπολειτουργούν. Η κυβέρνηση θέλει να ξεπουλήσει μια ΛΑΡΚΟ απαξιωμένη, μολονότι η δικαστική απόφαση διορισμού του ειδικού διαχειριστή προβλέπει το ακριβώς αντίθετο» αναφέρουν εργαζόμενοι που μίλησαν στην ΑΥΓΗ. Μας καλούν να αναλογιστούμε τι επιπτώσεις θα έχει η πτώχευση ή η απώλεια θέσεων εργασίας σε περιοχές με τόσο μεγάλη ανεργία.

Παράλληλα, η διακοπή της συμμετοχής της εταιρείας στη διακοψιμότητα του ΑΔΜΗΕ, η οποία αποτελούσε μια μορφή οικονομικής ενίσχυσης λόγω της υψηλής κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας, ήταν ακόμα ένα τραγικό λάθος, εξηγούν παράγοντες της αγοράς.

Ο κυβερνητικός σχεδιασμός για την πώληση της εταιρείας έως τον Αύγουστο του 2021 αποδείχθηκε ανέφικτος και η εταιρεία με μειωμένη παραγωγή και μην μπορώντας να εξυπηρετήσει του πελάτες της είναι σε αδιέξοδο.

Οι υποψήφιοι επενδυτές, αντί να αγοράσουν μια ακμαία παραγωγική εταιρεία, τελικά να καλούνται να προσφέρουν ένα τίμημα για ένα κουφάρι με εξαθλιωμένους εργαζομένους.

«Η ΛΑΡΚΟ είναι η δουλειά μας. Εδώ γεννηθήκαμε, εδώ έχουμε τα σπίτια μας, στα νεκροταφεία των χωριών μας έχουμε τους οικογενειακούς τάφους και τους συναδέλφους που έχουν σκοτωθεί στη ΛΑΡΚΟ». Να είναι προετοιμασμένοι, επενδυτές και κυβέρνηση, να μας αντιμετωπίσουν αν δεν εξασφαλίσουν τη συνέχιση της λειτουργίας, τις δουλειές μας, τα χρήματα που μας χρωστούν» το μήνυμά τους μέσω της ΑΥΓΗΣ.

Θυμίζουν με νόημα ότι το μακρινό 1977 η εργοδοσία δέχθηκε τελικά να δώσει αύξηση 17%, 15.000 οικονομική ενίσχυση και επαναπροσέλαβε όλους τους απολυμένους. Τότε το σωματείο έγραφε ότι «τα οφέλη από τη νίκη ανήκουν σε όλους τους εργάτες» και ευχαριστούσε όλους όσους συνέβαλαν σ’ αυτήν. 44 χρόνια μετά, η αλληλεγγύη της υπόλοιπης εργατικής τάξης, αλλά των τοπικών κοινωνιών, παραμένει το πολυτιμότερο όπλο τους.

πηγή: Avgi – Τάσος Γιαννόπουλος