Δ. Τεμπονέρας: «Το επίδικο δεν είναι τι γίνεται σε μία μόνο εταιρεία, αλλά η επισφάλεια των εργαζομένων εν γένει»

Πριν λίγες μέρες η efood προσπάθησε να εκβιάσει 120 διανομείς να περάσουν από εξαρτημένη εργασία σε καθεστώς freelancer. Λόγω της κατακραυγής, ευτυχώς η εταιρεία υποχώρησε. Παρόλα αυτά, τι διευκολύνσεις παρέχει ο νόμος Χατζηδάκη σε τέτοιου είδους πρακτικές, που μπορεί να ξαναντιμετωπίσουμε στο μέλλον;

Μέχρι τώρα, πριν τον νόμο Χατζηδάκη, το πλαίσιο προστασίας των εργαζομένων ήταν μερικώς αρρύθμιστο, υπό την έννοια ότι ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός μιας σύμβασης, δηλαδή αν πρόκειται για σύμβαση εργασίας ή παροχής υπηρεσιών, εναπόκειντο μόνο στην κρίση των δικαστηρίων. Οι εργαζόμενοι, δηλαδή, προσέτρεχαν στα δικαστήρια και η δικαιοσύνη έκρινε με βάσει τα χαρακτηριστικά της εργασίας, αν είχαμε καταστρατήγηση της εργατικής νομοθεσίας ή όχι, δικαιώνοντας πολλούς εργαζομένους μέσα στα χρόνια. Παράλληλα, υπήρχε και εγκύκλιος από τον ΕΦΚΑ και το υπουργείο Εργασίας, υπογεγραμμένη μάλιστα από τον πρώην υπουργό κ. Βρούτση, που θέσπιζε τεκμήριο υπέρ της εξαρτημένης εργασίας στις περιπτώσεις σαν τη συγκεκριμένη. Είχαμε, δηλαδή, μία κατάσταση που έρεπε σε όφελος των εργαζομένων, αν και ευθεία προστασία δεν υπήρχε. Ήρθε, όμως, ο νόμος Χατζηδάκη με το άρθρο 69, όπου θέσπισε ένα αρνητικό τεκμήριο 4 κριτηρίων, που αν πληρούνται, θεωρείται ότι δεν έχουμε εξαρτημένη εργασία, αλλά σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών. Έδωσε έτσι έναν «οδηγό προς ναυτιλομένους», έναν οδικό χάρτη, στις μεγάλες επιχειρήσεις, όχι μόνο του συγκεκριμένου κλάδου, αλλά εν γένει, πώς να απασχολούν τους εργαζόμενους τους με το καθεστώς του ελεύθερου επαγγελματία, εκφεύγοντας κατά αυτόν τον τρόπο από όλη την εργατική νομοθεσία. Με το καθεστώς αυτό, οι επιχειρήσεις δεν υποχρεούνται να πληρώνουν ούτε επιδόματα, ούτε ασφάλιση, ούτε αποζημιώσεις κτλ, ούτε βεβαίως υπάρχει καμία κάλυψη από εργατικά ατυχήματα. Συνεπώς, ο νόμος Χατζηδάκη έλυσε τα χέρια των ψηφιακών πλατφορμών και είδαμε τι μπορεί να συμβεί.

H efood, όπως και άλλες εταιρείες που συνεχίζουν να χρησιμοποιούν αυτό το καθεστώς, πχ η Wolt, προσπάθησε να το παρουσιάσει αρχικά σαν δυνατότητα ελευθερίας του εργαζομένου να δουλεύει όποτε θέλει και να βγάζει περισσότερο χρήματα. Η μέχρι τώρα εμπειρία, όμως, τι μας δείχνει ότι ισχύει;

Καταρχήν η διάκριση των συμβάσεων σε εξαρτημένης εργασίας ή παροχής υπηρεσιών έχει τεράστια επίπτωση στη ζωή, τον προγραμματισμό και τις οικονομικές απολαβές ενός εργαζομένου. Είναι μια πολύ κρίσιμη διάκριση. Κανείς εργαζόμενος που θα του δινόταν η δυνατότητα να πληρώνεται σταθερά με μισθό, να έχει ασφάλιση και να καλύπτεται από εργατικά ατυχήματα, επιδόματα, προϋπηρεσίες κτλ, δεν θα επέλεγε ποτέ μια σύμβαση παροχής υπηρεσιών. Σε αυτό που πήγε να γίνει στην efood, και ισχύει ακόμα στην Wolt και αλλού, έχουμε μια καθαρή καταστρατήγηση της εργατικής νομοθεσίας, ακριβώς για να αποφύγουν όλο το προστατευτικό πλαίσιο. Προσοχή όμως, δεν το κάνουν αυτό μόνο οι ψηφιακές πλατφόρμες. Ο μεγαλύτερος εργοδότης αυτή τη στιγμή που απασχολεί εργαζόμενους με τα λεγόμενα «μπλοκάκια»,(δηλαδή με υποκρυπτόμενες συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου) είναι το Δημόσιο, το οποίο με τους συμβασιούχους ορισμένου χρόνου, με τις συμβάσεις μιας μέρας και τις διαδοχικές ολιγόμηνες συμβάσεις, κάνει ακριβώς το ίδιο πράγμα. Αυτό, όπως είπατε, δεν είναι κάτι που συμβαίνει από τον νόμο Χατζηδάκη και μετά, αλλά εδώ και μία 20ετία τουλάχιστον. Άρα, αυτό που πρέπει να μπει ως επίδικο κοινωνικά, πολιτικά και οικονομικά είναι το ζήτημα της επισφάλειας. Αυτό είναι το θέμα που αναδεικνύεται, το πώς οι εργαζόμενοι μετατρέπονται σε ένα νέο κοινωνικό στρώμα, το λεγόμενο «πρεκαριάτο». Είναι οι εργαζόμενοι–άνεργοι, αυτοί που δουλεύουν στην γκρίζα ζώνη και μερικώς μόνο έχουν κάλυψη για ασφάλεια, ασθένεια, ανεργία κ.ο.κ. Αυτός είναι και ο λόγος της προσπάθειας κάποιων να επικεντρωθεί η δημόσια συζήτηση σε κάποιες εταιρείες μόνο και όχι στο ευρύτερο ζήτημα της επισφάλειας, που αντιμετωπίζουμε κατά κόρον στον ιδιωτικό τομέα. Μην ξεχνάτε ότι 6 στις 10 νέες θέσεις εργασίας είναι συμβάσεις μερικής απασχόλησης, ευέλικτης μορφής, πολλές φορές με μπλοκάκια, ακριβώς για να μην υπάρχει όλη αυτή η προστατευτική νομοθεσία.

Πώς πρέπει να απαντήσουμε σε αυτή την κυρίαρχη αντίληψη για την εργασία, που εμφανίζει την επισφάλεια σαν ευελιξία των εργαζομένων;

Ένα βασικό στοιχείο που πρέπει να αναφέρουμε, είναι ότι η πανδημία λειτούργησε ως ένας ψηφιακός επιταχυντής των εξελίξεων. Η νέα ψηφιακή οικονομία, οι νέες ψηφιακές δεξιότητες, η νέα ψηφιακή ανάπτυξη του εμπορίου και πολλών τομέων δραστηριότητας, δημιουργούν ένα πεδίο που έρχεται και γκριζάρει από μόνο του την εργατική νομοθεσία και την εργασία στο σύνολό της και δημιουργεί νέα δεδομένα. Το κρίσιμο είναι πώς μπορεί μια προοδευτική, δημοκρατική, αριστερή πρόταση να απαντήσει στα ζητήματα αυτά, να σκεφτεί out of the box και να προσεγγίσει αυτά τα νέα αναδυόμενα κοινωνικά στρώματα. Βάσει μελετών, αυτά τα κοινωνικά στρώματα, που ακόμα δεν έχουν πάρει τα χαρακτηριστικά τάξης, γιατί έχουν διαφορετικά γνωρίσματα, χωρίς κάποιον συνεκτικό δεσμό (πχ άλλοι έχουν πολλές δεξιότητες, άλλοι είναι πιο εύποροι, άλλοι επιλέγουν τέτοια εργασία γιατί θέλουν να εργάζονται part time), είναι η νέα κοινωνική πραγματικότητα. Θα πρέπει, λοιπόν, και τα συνδικάτα και οι αριστερές δυνάμεις να σταθούν πάνω από αυτό το πρόβλημα και να το αντιμετωπίσουν, όχι με όρους της δεκαετίας του ’70, αλλά με όρους του 2021. Αυτό είναι αρκετά δύσκολο, καθώς ο συνδικαλισμός πολλές φορές δεν βάζει στους κόλπους του αυτούς τους ανθρώπους, γιατί ακριβώς δεν τους θεωρεί εργαζόμενους, αλλά ελεύθερους επαγγελματίες. Τι διαφορά, όμως, έχει ο αυτοαπασχολούμενος στην Wolt από τον εργαζόμενο της efood; Γιατί αυτοί οι άνθρωποι να μην μπορούν να συμμετέχουν σε απεργιακές κινητοποιήσεις, να συνάψουν κλαδικές συμβάσεις κ.ο.κ.; Θα πρέπει να υπάρξει μια διαφορετική αντιμετώπιση από εδώ και πέρα πρώτα και κύρια από τις συνδικαλιστικές οργανώσεις.

Ένα ακόμα ζήτημα που τίθεται, είναι τι πρέπει να γίνει ευρύτερα στον τομέα της διανομής, ώστε η κακή εργασιακή κατάσταση που επικρατεί εν γένει, πχ στα μαγαζιά με τη μαύρη εργασία κτλ, να μην μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως μοχλός πίεσης στους εργαζομένους των πλατφορμών και να θεωρείται πολυτέλεια όταν μια εταιρεία απλά τηρεί τα τυπικά.

Όλα αυτά είναι αποτελέσματα της αρρύθμιστης αγοράς και της ιδεοληψίας ότι δήθεν η αγορά «αυτορυθμίζεται». Αν ερχόταν, για παράδειγμα, ένας νόμος, όπως έγινε στην Ισπανία, και ορίσει ότι όλοι οι εργαζόμενοι διανομείς στις πλατφόρμες είναι μισθωτοί εργαζόμενοι, το πρόβλημα θα λυνόταν αυτομάτως. Η πολιτεία οφείλει να ανταποκριθεί στα αιτήματα του κλάδου: οι ταχυμεταφορείς και οι ταχυδιανομείς ζητούν να υπάρχουν εταιρικά μηχανάκια, για να μην επωμίζονται οι ίδιοι τα έξοδα συντήρησης, ασφάλισης και βενζίνης. Ζητούν μέσα ατομικής προστασίας. Ζητούν ένσημα βαρέα και ανθυγιεινά και συλλογική σύμβαση εργασίας. Πρόκειται για αιτήματα δίκαια, στα οποία οφείλει να ανταποκριθεί η πολιτεία για να μπει μια τάξη σε αυτήν τη ζούγκλα.

Ο Διονύσης Τεμπονέρας είναι εργατολόγος.

πηγή: epohi – Τζέλα Αλιπράντη