efood – Η κυβέρνηση έφτιαξε ένα σχεδόν φωτογραφικό άρθρο πάνω στο οποίο πάτησε η εταιρία για να κάνει, ότι έκανε

Πριν το νόμο Χατζηδάκη, τέτοιες πρακτικές δεν υπήρχαν χωρίς να σημαίνει όμως ότι το πλαίσιο ήταν επαρκές και δεν υπήρχαν καταστρατηγήσεις. Η κυβέρνηση έφτιαξε ένα σχεδόν φωτογραφικό άρθρο πάνω στο οποίο πάτησε η εταιρία για να κάνει, ότι έκανε.

«Σάλος», ξέσπασε τις τελευταίες ημέρες, με γνωστή εταιρία(ψηφιακή πλατφόρμα), που δραστηριοποιείται στο χώρο διανομής φαγητού, η οποία και απέστειλε «ηλεκτρονικό τελεσίγραφο» σε 115 διανομείς -υπαλλήλους της, λέγοντας ούτε λίγο ούτε πολύ, ότι, αν δεν δεχτούν να μετατραπούν οι τρίμηνες, ορισμένου χρόνουσυμβάσεις εργασίας τους, που λήγουν στα τέλη Σεπτεμβρίου, σε συμβάσεις παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, τότε η εταιρία είναι αποφασισμένη, να μην ανανεώσει τις συμβάσεις, ουσιαστικά δηλαδή, να τους απολύσει.

Το θέμα έφερε στην επιφάνεια, το ζήτημα του ορθού νομικού χαρακτηρισμού αντίστοιχων συμβάσεων, που οδηγεί συχνά σε καταστρατηγήσεις. Πολλές επιχειρήσεις, καταχρηστικά εδώ και πολλά χρόνια, υπογράφουν συμβάσεις παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών με υπαλλήλους τους, ακριβώς για να «ξεφύγουν» από τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, που προβλέπουν κατώτατο μισθό, ΣΣΕ, υπερωρίες, ασφάλιση, επιδόματα, αποζημίωση απόλυσης, κάλυψη εργατικού ατυχήματος κλπ. Ο στόχος είναι προφανής, η συμπίεση του εργατικού κόστους και η ελαστικοποιήση των σχέσεων εργασίας.

Το ζήτημα μετατράπηκε και σε θέμα πολιτικής αντιπαράθεσης, μεταξύ κυβέρνησης και αντιπολίτευσης.

Η αντιπολίτευση κατηγορεί την κυβέρνηση ότι, με τον πρόσφατο εργατικό νόμο 4808/2021(άρθρο 69) έδωσε τη δυνατότητα στις επιχειρήσεις, να κάνουν χρήση των νέων διατάξεων, η δε κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι, ο νέος νόμος δεν έχει καμία σχέση, με τις αθέμιτες πρακτικές που χρησιμοποιούν αρκετές επιχειρήσεις στο χώρο.

Ας δούμε όμως τα πράγματα με τη σειρά:

1.Τι συνέβαινε μέχρι σήμερα;

Σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας και στο μισθό, που συμφωνήθηκαν, ανεξαρτήτως του τρόπου καταβολής του, ενώ ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη. Η εξάρτηση αυτή εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας, αλλά και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για τη διαπίστωση της συμμόρφωσης του εργαζομένου προς αυτές («διευθυντικό δικαίωμα εργοδότη»). Η υποχρέωση μάλιστα του εργαζομένου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του ως προς τον τρόπο παροχής της εργασίας αποτελείτο βασικό γνώρισμα της ως άνω εξάρτησης, η οποία μπορεί και να είναι χαλαρότερη στις περιπτώσεις εκείνες, κατά τις οποίες ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του, λόγω των επιστημονικών ή τεχνικών του γνώσεων, αλλά θα πρέπει να υπάρχει, για να θεωρηθεί η εκ μέρους του παρεχόμενη εργασία ως εξαρτημένη.

Αντιθέτως, σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών υπάρχει όταν ο εργαζόμενος παρέχει αντί μισθού τις υπηρεσίες του, χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη ή να είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς τις εντολές και οδηγίες αυτού, ιδίως ως προς τον τρόπο και τον χρόνο παροχής των υπηρεσιών του. Ωστόσο, υφίσταται και στα πλαίσια της σύμβασης αυτής κάποια δέσμευση και εξάρτηση, όπως συμβαίνει άλλωστε σε κάθε περίπτωση, που αναλαμβάνονται υποχρεώσεις με ενοχική σύμβαση, για το λόγο δε αυτό και η συμμόρφωση του εργαζομένου προς όρους της σύμβασης αυτού, οι οποίοι να έχουν ενδεχομένως σχέση και με τον τόπο ή τα χρονικά πλαίσια παροχής της εργασίας δεν υποδηλώνουν, άνευ άλλου τινός, την κατά τα ανωτέρω εξάρτηση αυτού από τον εργοδότη.

Ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός μιας σχέσης ως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, ορισμένου ή αορίστου χρόνου, ή ως σύμβασης ανεξαρτήτων υπηρεσιών αποτελεί κατ` εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας του Δικαστηρίου, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος, που μετά από εκτίμηση όλων των συγκεκριμένων περιστατικών που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και με βάση εκείνα που στη συνέχεια προκύπτουν από την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ορθό χαρακτηρισμό στην καταρτισθείσα σύμβαση, χωρίς να ασκεί οποιαδήποτε επιρροή ο χαρακτηρισμός που έδωσαν σ` αυτήν τα συμβαλλόμενα μέρη.

Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι, πριν την ισχύ του ν.4808/2021 τα δικαστήρια ήταν εκείνα που αποφάσιζαν για το χαρακτηρισμό των συμβάσεων, άσχετα τι όριζαν τα μέρη ακόμα και εγγράφως. Το γεγονός αυτό είχε θετικά, αλλά κυρίως αρνητικά σημεία. Από την μία ο εργαζόμενος σε περίπτωση αμφισβήτησης προσέτρεχε στη δικαιοσύνη για να δικαιωθεί, από την άλλη όμως το ίδιος γεγονός, λειτουργούσε αποτρεπτικά λόγω του κόστους εμπλοκής σε μια τέτοια διαδικασία, αλλά το κυριότερο λόγω του φόβου του ασθενέστερου μέρους, να διεκδικήσει την αναγνώριση της μισθωτής σχέσης υπό της «δαμόκλειο σπάθη» της απόλυσης-λήξης της σύμβασης.

2.Υπήρχε λοιπόν κενό ρύθμισης;

Είναι καθαρό ότι, το πεδίο ήταν μερικώς μόνο «αρρύθμιστο» και αυτό λειτουργούσε κατά κανόνα, εις βάρος των εργαζομένων.

Παρόλα αυτά υπήρξαν για το ζήτημα των delivery, εγκύκλιοι από τον ΕΦΚΑ και το Υπουργείο Εργασίας, με τις οποίες η Διοίκηση, είχε πάρει «θέση»:

Με το υπ’αριθμ. πρωτοκόλλου 169770 της 28/07/20, έγγραφο του ο ΕΦΚΑ (Γενική Διεύθυνση Εισφορών, Διεύθυνση Ασφάλισης) και σε απάντηση του από 9/7/2020 ερωτήματος της εταιρείας ΟnlineDelivery ΑΕ (efood.gr) , που κοινοποιείται και στις αρμόδιες διευθύνσεις του Υπουργείου Εργασίας αποφαίνεται ρητά ότι: «… σύμφωνα με τα ανωτέρω οι όροι και οι προϋποθέσεις της εργασίας που παρέχουν οι διανομείς προϊόντων εστίασης, έχουν όλα τα κριτήρια που την χαρακτηρίζουν εξαρτημένη εργασία. Τα πρόσωπα αυτά θα πρέπει να ασφαλίζονται σύμφωνα με το άρθρο 2 του ΑΝ 1846/51 του τ. ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και σε καμία περίπτωση δεν υπάγονται στις διατάξεις του άρθρου 55 του Ν.4509/17 περί τίτλου κτήσης…»

Στη συνέχεια και στην κατεύθυνση της απάντησης του ΕΦΚΑ, εκδόθηκε εγκύκλιος με την υπογραφή του τότε Υπουργού Εργασίας κ.Βρούτση, ΑΠ οικ.45628/414 – 4 Νοεμβρίου 2020, με την οποία αναφέρεται ότι «Σύμφωνα με το αρ. 2 του ν. 1846/1951 στην ασφάλιση του e-ΕΦΚΑ (πρ. ΙΚΑ) υπάγονται υποχρεωτικά και αυτοδίκαια οι παρέχοντες κατά κύριο ή συγκύριο επάγγελμα την προσωπική τους εργασία με σύμβαση εργασίας σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα (δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου), στο Δημόσιο, στους ΟΤΑ, κλπ, με συνθήκες, οι οποίες, από άποψη τρόπου, χρόνου και τόπου απασχόλησης, είναι παρόμοιες με αυτές που συναντώνται στις περιπτώσεις εξαρτημένης εργασίας. Εάν ενόψει των συνθηκών κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης είναι πράγματι δυσχερής η διάκριση μεταξύ εξαρτημένης ή μη εργασίας, τυγχάνει εφαρμογής το από την παραπάνω διάταξη προβλεπόμενο μαχητό τεκμήριο υπέρ της εξαρτημένης εργασίας και της υπαγωγής του προσφέροντος την εργασία αυτή στην ασφάλιση του e-ΕΦΚΑ (πρ. ΙΚΑ). Προς ανατροπή του τεκμηρίου αυτού πρέπει να αποδεικνύεται κάθε φορά, κατά τρόπο βέβαιο και σαφή, ότι η εργασία προσφέρεται υπό καθεστώς ελευθέρων ενεργειών του παρέχοντος αυτή, κατά τη σχετική πλήρως αιτιολογημένη κρίση της Διοίκησης και, τελικά, του Διοικητικού Δικαστηρίου (ΣτΕ 2265/1994, 1458/1991 κ.ά.). ….

3.Τι άλλαξε ο νόμος Χατζηδάκη;

Ακολούθησε, πριν από 3 μήνες το άρθρο 69 του ν.4808/2021(νόμος Χατζηδάκη):

Το άρθρο 69 ορίζει συγκεκριμένα αρνητικά κριτήρια τα οποία εφόσον πληρούνται σωρευτικά τεκμαίρεται, ότι η σύμβαση δεν είναι εξαρτημένης εργασίας, αλλά παροχής υπηρεσιών.

Το άρθρο 69 του νόμου ορίζει ότι, οι ψηφιακές πλατφόρμες συνδέονται με τους παρόχους υπηρεσιών με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ή συμβάσεις ανεξάρτητων υπηρεσιών ή έργου. Με τον τρόπο αυτό διευκρινίζεται ότι, η σχέση των παρόχων υπηρεσιών προς τις ψηφιακές πλατφόρμες μπορεί να λάβει τη συμβατική μορφή είτε της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, είτε της σύμβασης ανεξάρτητων υπηρεσιών/ έργου.

Η σύμβαση μεταξύ ψηφιακής πλατφόρμας και παρόχου υπηρεσιών τεκμαίρεται ότι δεν είναι εξαρτημένης εργασίας, εφόσον ο πάροχος υπηρεσιών δικαιούται, βάσει της σύμβασής του, σωρευτικά:

  • Να χρησιμοποιεί υπεργολάβους ή υποκατάστατους για να παρέχουν τις υπηρεσίες που έχει αναλάβει να προσφέρει. Η προϋπόθεση αυτή πληρούται, ακόμη και αν η ψηφιακή πλατφόρμα αξιώνει οι υπεργολάβοι και υποκατάστατοι του παρόχου υπηρεσιών να έχουν υποβληθεί σε εκπαίδευση ή να φέρουν στολή ή να τηρούν τους όρους υγιεινής και ασφάλειας ή να έχουν τύχει των κατάλληλων εξετάσεων υγείας και γενικότερα να συμμορφώνονται προς τους γενικούς όρους παροχής υπηρεσιών, υγιεινής και ασφάλειας που ισχύουν για τους παρόχους υπηρεσιών, που συνδέονται συμβατικώς με τη συγκεκριμένη πλατφόρμα.
  • Να επιλέγει τα διάφορα έργα που η ψηφιακή πλατφόρμα του προτείνει να αναλάβει ή να θέτει μονομερώς ο ίδιος τον μέγιστο αριθμό τέτοιων έργων που εκάστοτε θα αναλαμβάνει, ο οποίος μπορεί και να μεταβάλλεται, υπό την προϋπόθεση ότι πάντοτε καθορίζεται μονομερώς από τον ίδιο.
  • Να παρέχει τις ανεξάρτητες υπηρεσίες του προς οποιονδήποτε τρίτο ή να εκτελεί έργα για οποιονδήποτε τρίτο, συμπεριλαμβανομένων ανταγωνιστών της ψηφιακής πλατφόρμας.
  • Να καθορίζει ο ίδιος τον χρόνο παροχής των υπηρεσιών του, εντός δεδομένων χρονικών πλαισίων, προσαρμόζοντάς τον στις προσωπικές του ανάγκες και όχι με βάση τα συμφέροντα της ψηφιακής πλατφόρμας.

Ο πάροχος λοιπόν που πληροί όλα τα σωρευτικά απαριθμούμενα κριτήρια, τα οποία είναι ενδεικτικά της ανεξάρτητης δράσης του (πχ χρήση υπεργολάβων, δικαίωμα να επιλέγει ποια έργα θα εκτελέσει, δυνατότητα για παροχή υπηρεσιών προς τρίτους, καθορισμός από τον ίδιο του χρόνου παροχής των υπηρεσιών του) τεκμαίρεται ότι παρέχει τις υπηρεσίες του υπό καθεστώς παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών ή έργου.

Ουσιαστικά θεσμοθετήθηκαν τα κριτήρια που έχει καθορίσει η νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (υπόθεση C-692/19, Yodel Delivery Network Ltd) για τη διάκριση μεταξύ των περιπτώσεων παροχής εξαρτημένης εργασίας και ανεξάρτητων υπηρεσιών σε ψηφιακές συνεργατικές πλατφόρμες.

Βέβαια η ανωτέρω απόφαση λέει κάτι διαφορετικό από τον «νόμο Χατζηδάκη». Δεν μένει στο τυπικό της σύμβασης, αλλά αναφέρει ρητά ότι, για να είναι ένας διανομέας αυτοαπασχολούμενος πρέπει, πρώτον, η ανεξαρτησία που του δίνει η σύμβαση να μην είναι πλασματική και δεύτερον να μην είναι εφικτό, να αποδειχθεί η εξάρτηση του, από τον δυνητικό εργοδότη του.

4.Τι συνέβη με την efood;

Στην προκειμένη περίπτωση βεβαίως υπάρχουν ορισμένα αντικειμενικά δεδομένα. Μια κερδοφόρα επιχείρηση που άνθισε την περίοδο της πανδημίας, χωρίς να υπάρξει καμιά μεταβολή των καθηκόντων των εργαζομένων μέχρι πρότινος, τους ζητά να «αυτοχαρακτηριστούν» ως πάροχοι ανεξαρτήτων υπηρεσιών. Μετά την κατακραυγή δεν αναιρεί την πρόταση αυτή, αλλά «δίνει την επιλογή» στους εργαζόμενους της είτε να ανανεώσουν τις συμβάσεις τους, είτε να επιλέξουν να εργαστούν ως αυτοαπασχολούμενοι. Δηλαδή η εταιρία δεν πήρε πίσω τον εκβιασμό, αλλά ίσως τον μεταθέτει χρονικά για ένα τρίμηνο!

5.Ευθύνεται τελικά ο νόμος Χατζηδάκη;

Η ουσία όμως παραμένει. Η εταιρία βρήκε ως αφορμή τον ν.4808/2021 για να προβεί στις ενέργειες αυτές. Πριν το νόμο Χατζηδάκη, τέτοιες πρακτικές δεν υπήρχαν χωρίς να σημαίνει όμως ότι το πλαίσιο ήταν επαρκές και δεν υπήρχαν καταστρατηγήσεις. Η κυβέρνηση έφτιαξε ένα σχεδόν φωτογραφικό άρθρο πάνω στο οποίο πάτησε η εταιρία για να κάνει, ότι έκανε. Επιπλέον με τα 4 κριτήρια που εισάγει ο νόμος η κυβέρνηση, δίνει ένα «οδηγό προς ναυτιλομένους», ένα οδικό χάρτη για το πως θα μπορούν οι πλατφόρμες να διασφαλίζονται και να αποχαρακτηρίζουν τις συμβάσεις εργασίας εφεξής. Αν ήθελε η κυβέρνηση να αποφύγει τέτοιες πρακτικές, θα χαρακτήριζε ευθέως τους εργαζόμενους ως μισθωτούς, και θα τελείωνε κάθε συζήτηση. Αντί για αυτό επιλέγει πλευρά:

Την πλευρά της επισφάλειας και την γκρίζας ζώνης.

Συνεπώς η κυβέρνηση έχει ξεκάθαρη ευθύνη για ότι έγινε. Επίσης είναι η ώρα η ίδια συζήτηση για την επισφάλεια να ανοίξει όχι μόνο για τους εργαζόμενους στα delivery, αλλά και για τους συμβασιούχους ορισμένου χρόνου, για τις συμβάσεις μιας ημέρας, για την εκ περιτροπής εργασίας και τις ευέλικτες μορφές απασχόλησης.

Αν δεν ανοίξει η σχετική συζήτηση που αφορά 800.000 εργαζόμενους -ανέργους (precariato) κάθε αντιπαράθεση θα είναι προσχηματική και θα βουλιάξει στην στο ποτάμι της αβεβαιότητας που μαστίζει την σημερινή αγορά εργασίας που «λειτουργεί» πια με τους δικούς της νόμους . Η κοινωνική δυναμική που απέκτησε το θέμα άλλωστε, αναδεικνύει την ανάγκη οι προοδευτικές πολιτικές δυνάμεις να σκύψουν πάνω από το πρόβλημα. Δεν αρκεί η απεγκατάσταση μις εφαρμογής στο κινητό, αλλά να απεγκατασταθεί όλο το νομικό εποικοδόμημα που διαιωνίζει την ανασφάλεια και κρατά χιλιάδες εργαζόμενους «ομήρους».

Και αυτό απαιτεί ότι πέρα από τα δάχτυλα στο κινητό, πρέπει να «πάρουν φωτιά» τα πόδια στους δρόμους.

(Ο Διονύσης Τεμπονέρας είναι Δικηγόρος-Εργατολόγος)

Πηγή: ieidiseis.gr