Κυβέρνηση Μητσοτάκη / Σχολείο – επιχείρηση για λίγους και εκλεκτούς

Μαθητές – πελάτες, εκπαιδευτικοί – δουλοπάροικοι και σχολείο των πολλών ταχυτήτων, της τιμωρητικής αξιολόγησης, του διευθυντή – μάνατζερ

Το «μαύρο» νομοσχέδιο για την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών, που ψηφίστηκε καταμεσής του θέρους, αποδεικνύει τις προθέσεις της υπουργού Παιδείας για τη διαμόρφωση ενός αντιδραστικού τοπίου στην Εκπαίδευση.

Αποσκοπεί στη δημιουργία ενός σχολείου μορφωτικών ανισοτήτων και ταξικών φραγμών, ενός σχολείου όπου η ολόπλευρη μόρφωση θα δίνει τη θέση της σε επιφανειακές δεξιότητες, ενός σχολείου όπου θα δίνονται υπερεξουσίες στους εκάστοτε διευθυντές, ενός σχολείου όπου εντέλει θα κατεδαφιστούν σαν ντόμινο οι δημοκρατικές αξίες, ενός σχολείου προσαρμοσμένου στις ανάγκες της αγοράς. Και αποσκοπεί στη βίαιη ανατροπή των εργασιακών σχέσεων των εκπαιδευτικών – ανοίγοντας την κερκόπορτα των απολύσεων στο μέλλον.

Αγώνας δρόμου για την εξεύρεση πόρων

Με τον μανδύα της «αυτονομίας» των σχολικών μονάδων, η Ν. Κεραμέως προωθεί πλήθος αντιδραστικών τομών. Πρώτη φορά θεσμοθετήθηκε η επιχειρηματική λειτουργία των σχολείων, τα οποία θα επιδίδονται σε έναν άνισο αγώνα δρόμου για την εξεύρεση πόρων, χορηγιών ή δωρεών από ιδιώτες.

Αυτό σημαίνει ότι θα υπάρξει μια τεράστια κατηγοριοποίηση σχολείων από δήμο σε δήμο. Τα σχολεία των εύπορων περιοχών θα βρίσκονται σε καλύτερη μοίρα από εκείνα στις υποβαθμισμένες περιοχές, τα οποία θα οδηγηθούν με μαθηματική ακρίβεια σε οικονομικό μαρασμό και λουκέτα. Αυτή η πρακτική, στην ουσία, βγάζει το κράτος από την υποχρέωση να είναι ο αποκλειστικός χρηματοδότης της δημόσιας Εκπαίδευσης – όπως συνέβαινε μέχρι σήμερα.

Ανοιχτό στις επιχειρήσεις

Όπως είπε στην ΑΥΓΗ ο αναπληρωτής εκπαιδευτικός Αποστόλης Στεργιόπουλος, «μέσα στο κατακαλόκαιρο η κυβέρνηση έφερε ξανά σαν τον κλέφτη, με τα σχολεία κλειστά, ένα νομοσχέδιο το οποίο θα δημιουργήσει ένα σχολείο για λίγους και εκλεκτούς, ένα σχολείο κατηγοριοποιημένο, ένα σχολείο – επιχείρηση, ένα σχολείο διαφορετικό από δήμο σε δήμο και από γειτονιά σε γειτονιά, ένα σχολείο που θα ζητάει περισσότερα από την τσέπη των γονιών, οι οποίοι ήδη δίνουν χρήματα για να καλύπτονται οι όποιες ανάγκες, ένα σχολείο που δεν θα είναι ανοιχτό στην κοινωνία για να γίνονται δράσεις, αλλά στις επιχειρήσεις και τους διάφορους χορηγούς».

Επιπρόσθετα, η διάταξη περί «ανεστραμμένης μάθησης», που περιλαμβάνεται στο νομοσχέδιο, αμφισβητεί τη διά ζώσης διδασκαλία, βάζει σε δεύτερη μοίρα την αξία της τάξης ως φυσικού χώρου στον οποίο γεννιούνται προβληματισμοί και καλλιεργείται ο διάλογος. Το λεγόμενο «πολλαπλό βιβλίο», το οποίο θα καλούνται να επιλέξουν οι εκπαιδευτικοί, ρίχνει στις δικές τους πλάτες όλο το βάρος και έρχεται να τους φορτώσει με ακόμη περισσότερες ευθύνες.

Αξιολόγηση και πελατειακό κράτος

Ταυτόχρονα, η λεγόμενη «αξιολόγηση» των εκπαιδευτικών, που είναι από τους βασικούς πυλώνες του νομοσχεδίου, έχει προκαλέσει σφοδρές αντιδράσεις στους κόλπους της εκπαιδευτικής κοινότητας. Πρόκειται για διαδικασία που καθιστά τους εκπαιδευτικούς «έρμαια» των εκάστοτε διευθυντών και των σχολικών συμβούλων, ενώ τους στερεί έμμεσα και τη δυνατότητα να αντιστέκονται ατομικά ή συλλογικά υπό τον φόβο μιας κακής αξιολόγησης.

«Στις ‘μαύρες’ διατάξεις του νομοσχεδίου περιλαμβάνονται και οι διαδικασίες της αξιολόγησης των εκπαιδευτικών. Ένας εκπαιδευτικός θα αξιολογείται για το αν θα φέρνει χορηγούς μέσα στα σχολεία, για το αν θα υλοποιεί πιστά τις επιταγές του υπουργείου Παιδείας και για το αν θα μαθαίνει στα παιδιά πώς να είναι οι σκυφτοί μελλοντικοί εργαζόμενοι των επόμενων ετών, αντί να τα μαθαίνει να διεκδικούν, να έχουν πρόσβαση στη γνώση ή να αναπτύσσουν ολόπλευρα την προσωπικότητά τους» λέει ο Απ. Στεργιόπουλος.

Υπενθυμίζεται ότι η θετική αξιολόγηση θα είναι «μοριοδοτούμενο κριτήριο για την επιλογή εκπαιδευτικών σε θέση ευθύνης», ενώ η αρνητική αξιολόγηση θα επιφέρει «υποχρεωτική επιμόρφωση», σύμφωνα με όσα έχει πει η Ν. Κεραμέως. Πάγιο αίτημα των εκπαιδευτικών είναι να εφαρμοστεί καθολική επιμόρφωση για να επιτευχθεί η προσαρμογή στα νέα δεδομένα και όχι να αποτελεί τιμωρητικό μέτρο για όσους κριθούν «ανεπαρκείς».

Αυτή η διαδικασία θα ισοπεδώσει το παιδαγωγικό κλίμα της τάξης και θα δημιουργήσει ένα καθεστώς πελατειακών σχέσεων μέσα στο σχολείο, αφού οι εκπαιδευτικοί θα είναι υποτελείς στους διευθυντές, καθώς από εκείνους θα εξαρτάται η εκπαιδευτική και επαγγελματική τους πορεία. Τα ερωτήματα που έχουν τεθεί από τους εκπαιδευτικούς σε αυτό το κομμάτι είναι πολλά. Και αφορούν κυρίως τη διαδικασία της αξιολόγησης και κατά πόσο αξιοκρατική μπορεί να είναι.

Επίσης, με τροπολογία σε νομοσχέδιο του υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης, προβλέφθηκε η απαγόρευση εισόδου στα σχολεία, η αναστολή καθηκόντων, η περικοπή μισθού και η μη προσμέτρηση υπηρεσίας για τους εκπαιδευτικούς που δεν θα παρουσιάσουν πιστοποιητικό εμβολιασμού, νόσησης ή αρνητικού τεστ (rapid ή PCR), παρά τις διαβεβαιώσεις του πρωθυπουργού για τη «μη υποχρεωτικότητα» του εμβολιασμού των εκπαιδευτικών.

Όπως λένε οι εκπαιδευτικοί, «δεν θα πρέπει να υπάρχει καμία αμφιβολία πως η αξιολόγηση θα αποτελέσει το βασικό εργαλείο ώστε να εξαπολύσουν νέα επίθεση για να αλώσουν τα εργασιακά κεκτημένα των εκπαιδευτικών, να καθηλώσουν τους μισθούς, να προωθήσουν ακόμα περισσότερο τις ελαστικές μορφές εργασίας στην Εκπαίδευση, να ανοίξουν τον δρόμο ακόμα και σε απολύσεις».

Άλλωστε ήδη έχουν προβλεφθεί συγκεκριμένες κυρώσεις, όπως μισθολογική καθήλωση έως και περικοπή μισθού μέχρι ενός μήνα για όσους αρνούνται και δεν συμμετέχουν στην αξιολόγηση. Επιπρόσθετα ο εκπαιδευτικός που αξιολογείται αρνητικά δεν μπορεί να γίνει ούτε υποδιευθυντής, ενώ, αν δεν πάρει μέρος στις διαδικασίες της αξιολόγησης, αποκλείεται από την επιλογή στελεχών για τα επόμενα οκτώ χρόνια. Η αρνητική αξιολόγηση των νεοδιόριστων εκπαιδευτικών ισοδυναμεί με τη μη μονιμοποίησή τους.

Υπενθυμίζεται ότι, κατά την πρώτη φάση της αξιολόγησης των σχολικών μονάδων και του εκπαιδευτικού έργου, που νομοθετήθηκε τον περσινό Ιούνιο, η συντριπτική πλειονότητα των εκπαιδευτικών -πάνω από το 85%- έριξε «άκυρο» στην υπουργό Παιδείας και αρνήθηκε να συμμετάσχει στη διαδικασία της αξιολόγησης καταργώντας στην πράξη τον νόμο.

Υπερεξουσίες σε διευθυντές

Το νέο μοντέλο που επιδιώκει να επιβάλει η υπουργός Παιδείας στα σχολεία είναι συγκεντρωτικό, καθώς δημιουργεί διευθυντές – μάνατζερ με υπερεξουσίες και αυξημένη θητεία. Πλέον ο διευθυντής θα αποφασίζει μόνος για πλήθος ζητημάτων, ενώ θα μπορεί να ορίζει χωρίς κριτήρια υποδιευθυντή, ενδοσχολικό συντονιστή και μέντορα.

Στον αντίποδα, συρρικνώνεται ακόμη περισσότερο ο κρίσιμος ρόλος του συλλόγου διδασκόντων, που επί της ουσίας δεν υφίσταται πλέον ως το κυρίαρχο όργανο, αφού πια δεν θα έχει αποφασιστικό ρόλο παρά για επουσιώδη ζητήματα και ο ρόλος του γίνεται γνωμοδοτικός.

Πρόωρη μαθητεία

Σε ό,τι αφορά την αξιολόγηση των μαθητών, προωθείται ένα εξετασιοκεντρικό σύστημα που θα αποτελείται -πέρα από την εφαρμογή του αντιεκπαιδευτικού μέτρου της Τράπεζας Θεμάτων- και από συνεχή διαγνωστικά τεστ (ελληνική Pisa) στην έκτη Δημοτικού και τρίτη Γυμνασίου σε Γλώσσα και Μαθηματικά.

Τι σημαίνει αυτό;  Ότι τα αποτελέσματα των «αθώων» αυτών τεστ θα στρέψουν χιλιάδες μαθητές προς την πρόωρη κατάρτιση, μακριά από την Τριτοβάθμια Εκπαίδευση. Εξάλλου, όπως διατείνονται κυνικά με κάθε ευκαιρία η υπουργός Παιδείας και ο πρωθυπουργός, «δεν μπορούν και δεν πρέπει να πάνε όλα τα παιδιά στα πανεπιστήμια». Και όλες τους οι παρεμβάσεις στρέφονται σε αυτή την κατεύθυνση ανοίγοντας διάπλατα τους δρόμους σε κάθε λογής ιδιωτικά κολέγια.

Δείτε περισσότερα στο άρθρο της Αυγής