Διονύσης Τεμπονέρας: Σε ομηρία η συνδικαλιστική ελευθερία

Το νέο νομοσχέδιο, στηρίζεται στο αμερικάνικο μοντέλο των nonunionized companies (επιχειρήσεις χωρίς συνδικάτα) που εφαρμόζεται στις ΗΠΑ εδώ και αρκετά χρόνια.

Το νέο εργασιακό νομοσχέδιο, που ψηφίστηκε την Τετάρτη το βράδυ στη βουλή, πρόκειται να επιφέρει δραματικές αλλαγές, στις συνδικαλιστικές ελευθέριες (ίδρυση συνδικαλιστικών οργανώσεων, σύναψη συλλογικών συμβάσεων εργασίας και άσκηση του δικαιώματος απεργίας).

Το νέο νομοσχέδιο, στηρίζεται στο αμερικάνικο μοντέλο των nonunionized companies (επιχειρήσεις χωρίς συνδικάτα) που εφαρμόζεται στις ΗΠΑ εδώ και αρκετά χρόνια. Μόλις το 10.8% το ποσοστό των αμερικανών εργαζομένων, συμμετέχει σε συνδικαλιστικές οργανώσεις, σύμφωνα με τα στοιχεία του 2019, την ώρα που το ποσοστό αυτό στην Ευρώπη σήμερα, αγγίζει και ξεπερνά σε ορισμένες χώρες το 50%.

Στην Ελλάδα των μνημονίων, με βάση τα επίσημα στοιχεία του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, το ποσοστό των εργαζομένων, που συμμετέχουν στα σωματεία, δεν ξεπερνά το 16%.

Τα πράγματα είναι ακόμα χειρότερα, όσον αφορά την κάλυψη, από συλλογικές συμβάσεις εργασίας:

Το 2020 σημειώθηκε μείωση των ελεύθερων συλλογικών διαπραγματεύσεων και της σύναψης συλλογικών συμβάσεων εργασίας. Ειδικότερα, κατά το 2020 υπογράφηκαν 14 κλαδικές/ομοιοεπαγγελαματικές συμβάσεις, 174 επιχειρησιακές συμβάσεις και 3 τοπικές ομοιοεπαγγελματικές συμβάσεις. Να σημειωθεί ότι το 2020 βρίσκονταν σε ισχύ συνολικά 38 συλλογικές συμβάσεις εργασίας (συμπεριλαμβανομένης και της ΕΓΣΣΕ). Εκτός από τις 17 κλαδικές και ομοιοεπαγγελματικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας που υπογράφηκαν το 2020, βρίσκονται σε ισχύ επιπλέον 20 συλλογικές συμβάσεις, οι οποίες είχαν συναφθεί τα έτη 2018 και 2019 και συνεχίζουν να ισχύουν. Οι 37 συλλογικές συμβάσεις εργασίας που βρίσκονται σε ισχύ καλύπτουν δυνητικά έναν μεγάλο αριθμό εργαζομένων (περίπου 635.000 άτομα), οι οποίοι όμως αντιστοιχούν περίπου στο 30% του συνόλου των μισθωτών εργαζομένων, όπως προκύπτει από την Ετήσια Έκθεση της «ΕΡΓΑΝΗ» του έτους 2020.

Το ποσοστό κάλυψης όμως μειώνεται σε 24%, αν υπολογιστεί με βάση των αριθμό των μισθωτών της Έρευνας Εργατικού Δυναμικού της ΕΛΣΤΑΤ.

Την ίδια ώρα σε αρκετές χώρες της Ευρώπης, το αντίστοιχο ποσοστό ξεπερνά ακόμα και το 60%.

Σε αυτό το περιβάλλον πλήρους «συνδικαλιστικής απορρύθμισης», η κυβέρνησης έκρινε σκόπιμο να δώσει τη χαριστική βολή στην συνδικαλιστική ελευθερία, παρά την συνταγματική της κατοχύρωση(23Σ).

Πλήθος διατάξεων του νομοσχέδιου, στοχεύουν ακριβώς στον πυρήνα της συλλογικής αυτονομίας και επιχειρούν να μετατρέψουν τη χώρα σε μια Ειδική Οικονομική Ζώνη, σε μια περιοχή χωρίς συνδικάτα και ΣΣΕ(non-union area):

1.Με βασικές ρυθμίσεις του Νομοσχεδίου προκρίνεται η ατομική σύμβαση εργασίας ως εργαλείο επιβολής όρων εργασίας από τον εργοδότη στον εργαζόμενο και αποκλείεται συγχρόνως η συλλογική σύμβαση εργασίας, ως παράγοντας διάπλασης των όρων εργασίας.

Αυτή είναι, μεταξύ άλλων, η περίπτωση του άρθρου 58 για τη διευθέτηση του χρόνου εργασίας (κατάλυση του 8ώρου) με ατομική σύμβαση εργασίας, όπως και η περίπτωση του άρθρου 68 για τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας στη λεγόμενη οικονομία της πλατφόρμας.

Το άρθρο αυτό (68) αφήνει ελεύθερο τον εργοδότη να επιβάλει στον εργαζόμενο την «έξωσή» του, από το πεδίο εφαρμογής της εργατικής νομοθεσίας(δικαιώματα σε άδειες, προστασία από εργατικά ατυχήματα κλπ).

2.Με τα άρθρα 82 και 83, «φεύγουν» τα συνδικαλιστικά σωματεία από την αρμοδιότητα των Πρωτοδικείων, και πλέον εγγράφονται στο Γενικό Μητρώο Συνδικαλιστικών Οργανώσεων Εργαζομένων (ΓΕ.ΜΗ.Σ.Ο.Ε.), κατά τα πρότυπα του ΓΕ.ΜΗ. των εμπορικών εταιρειών. Σύμφωνα με την ισχύουσα περ. γγ της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 1264/1982 η ιδρυτική πράξη μιας ένωσης προσώπων κατατίθεται στο γραμματέα του Ειρηνοδικείου. Πρόκειται για ρυθμίσεις που θίγουν τον πυρήνα δικαιωμάτων που προστατεύει το σύνταγμα στα άρθρα 22 παρ. 2, 23 παρ.1, 2 Σ. Τα διαδικαστικά εμπόδια που ορθώνει το άρθρο 83 μπορούν να οδηγήσουν, όχι απλώς σε περιορισμό αλλά σε κατάλυση του δικαιώματος συλλογικής διαπραγμάτευσης, της απεργίας και γενικά της συνδικαλιστικής δράσης. Οι προαναφερόμενοι περιορισμοί, δεν είναι σύμφωνοι με το άρθρο 12 παρ.1 Συντ., αλλά και το άρθρο 23 παρ.1 Συντ., την στιγμή που δια τούτων αφενός μεν επέρχεται αντικατάσταση του Βιβλίου σωματείου που τηρείται στο Πρωτοδικείο, υπό την εγγύηση δικαστικής αρχής, από το ηλεκτρονικό ΓΕΜΗΣΟΕ που τηρείται από το ίδιο το Κράτος. Πρόκειται για επέμβαση του κράτους στην διαδικασία ίδρυσης συνδικαλιστικής οργάνωσης και στην θέσπιση των προϋποθέσεων για την άσκηση των συνδικαλιστικής της δράσεως, που θέτει σε κίνδυνο την ίδια την ύπαρξη της συνδικαλιστικής οργάνωσης, αφού η εγγραφή της στο ΓΕΜΗΣΟΕ καθίσταται όρος απόκτησης της νομικής της προσωπικότητας, και το ΓΕΜΗΣΟΕ δεν έχει τις εγγυήσεις λειτουργικής ανεξαρτησίας ενός δικαστηρίου. Με τις διατάξεις αυτές, επίσης εντείνονται οι υπάρχουσες ανησυχίες για την επεξεργασία των στοιχείων αυτών από τρίτους και την παραβίαση των προσωπικών δεδομένων των εργαζομένων.

3. Επίσης τροποποιείται το άρθρο 13 του ν. 1264/1982 και προβλέπεται ότι, η ψηφοφορία μπορεί να γίνεται, είτε διά φυσικής παρουσίας είτε ηλεκτρονικά εξ αποστάσεως. Ας σημειωθεί ότι στις περιπτώσεις της εξ αποστάσεως ψηφοφορίας δεν καθιερώνεται καμία διασφάλιση της ταυτοπροσωπίας των ψηφοφόρων και ιδίως διασφάλιση της μυστικότητας της ψήφου. Ας σημειωθεί επίσης ότι το καταστατικό των σωματείων, αποτελεί έκφραση της αυτονομίας των εργατικών σωματείων, η οποία διασφαλίζεται τόσο από το γενικό δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι όσο και από την συνδικαλιστική ελευθερία. Η συνδικαλιστική ελευθερία δεν προστατεύει μόνον το δικαίωμα των μισθωτών να ιδρύουν συνδικαλιστικές οργανώσεις, αλλά πέρα από αυτό προστατεύει και το δικαίωμα των μισθωτών να θέτουν μόνοι τους, τους κανόνες για την εσωτερική οργάνωση και λειτουργία της συνδικαλιστικής οργάνωσης, όπως επίσης προστατεύει και το δικαίωμα της ίδιας της συνδικαλιστικής οργάνωσης να αυτοδιοικείται και να μεταβάλει ελεύθερα τους κανόνες αυτούς. Οι κίνδυνοι, πάντως, από την υιοθέτηση της ηλεκτρονικής ψηφοφορίας είναι υπαρκτοί και, όπως υπογραμμίζεται και από θεσµικά όργανα ή Επιτροπές άλλων χωρών, όπου έχει, έστω και σε περιορισμένο βαθµό, υιοθετηθεί η ηλεκτρονική ψηφοφορία, αφορούν το αδιάβλητο της ψήφου, την αποφυγή παραχάραξής της µε παράνοµα τεχνικά µέσα, το απολύτως απόρρητο της προσωπικής επιλογής, όπως και την αποφυγή πιέσεων είτε, κυρίως, από την εργοδοτική πλευρά, είτε και από συναδέλφους των εργαζομένων για ψήφιση προς τη µια ή την άλλη κατεύθυνση.

4.Με το άρθρο 88, καταλύεται η προστασία των προστατευόμενων συνδικαλιστών από την απόλυση. Το ισχύον άρθρο 14 παρ. 10 του ν. 1264/1982, επιτρέπει κατ εξαίρεση την απόλυση των προστατευόμενων προσώπων, για έναν από τους λόγους που περιγράφονται περιοριστικά σ αυτό. Η διάταξη αυτή εισάγει εξαιρετικό δίκαιο, και για το λόγο αυτό και χάριν διαφύλαξης της προστασίας της συνδικαλιστικής δράσης, που αποτελεί προτεραιότητα του ν. 1264/1982 οι διατάξεις του πρέπει να ερμηνεύονται στενά. Η κατάργηση της Επιτροπής του άρθρου 15 του ν. 1264/1982 αποτελεί ένα ακόμη μέτρο κατάλυσης της προστασίας των προστατευόμενων προσώπων , αφού η ύπαρξή της εξυπηρετεί την ταχεία σχετικά εκκαθάριση του ζητήματος της συνδρομής λόγου απόλυσης συνδικαλιστών.

5. Το άρθρο 23 παρ.2 Συντ. προστατεύει το δικαίωμα της απεργίας, κατά τρόπο γενικό, γεγονός που επιτρέπει στον κοινό νομοθέτη να εξειδικεύσει και να προσδιορίσει τα ακριβή όρια του δικαιώματος μέσα στα πλαίσια του άρθρου 23 Συντ., των υπόλοιπων συνταγματικών διατάξεων και σύμφωνα με την φύση της απεργίας.

Η νέα ρύθμιση θέτει νέα διαδικαστική προϋπόθεση για τη νομιμότητα της απεργίας. Προβλέπει ότι η προειδοποίηση του εργοδότη για την άσκηση του δικαιώματος της απεργίας είναι έγγραφη, επιδίδεται με δικαστικό επιμελητή στον εργοδότη ή τους εργοδότες που αφορά και περιλαμβάνει την ημέρα και ώρα έναρξης και λήξης της απεργίας, τη μορφή αυτής, τα αιτήματα της απεργίας και τους λόγους που τα θεμελιώνουν.

Επίσης προβλέπεται ότι όσο διαρκεί ο δημόσιος διάλογος, αναστέλλεται η άσκηση του δικαιώματος της απεργίας στις επιχειρήσεις της παρ. 2 του άρθρου 19 του ν. 1264/1982.

6. Στις υπηρεσίες οργανισμούς, επιχειρήσεις και εκμεταλλεύσεις της παρ. 2 του άρθρου
19 (πρώην ΔΕΚΟ), πέραν του προσωπικού ασφαλείας διατίθεται και προσωπικό για την αντιμετώπιση στοιχειωδών αναγκών του κοινωνικού συνόλου κατά τη διάρκεια της απεργίας (Προσωπικό Ελάχιστης Εγγυημένης Υπηρεσίας). Οι στοιχειώδεις αυτές ανάγκες ορίζονται ως τουλάχιστον το ένα τρίτο (⅓) της συνήθως παρεχόμενης υπηρεσίας, ανάλογα με τους κινδύνους που προκύπτουν για τη ζωή, την υγεία και την ασφάλεια των πολιτών. Πρόκειται για ένα μεγάλο ποσοστό κάλυψης αναγκών, που αν προσμετρηθεί και με τις υπηρεσίες των τυχόν μη απεργών, εξουδετερώνει την αποτελεσματικότητα του δικαιώματος απεργίας.

Ο νομοθετικός καθορισμός των αναγκών των επιχειρήσεων του άρθρου 19 παρ.2 ν.1264/1982 είναι δυσανάλογος και άγει σε υπέρμετρο περιορισμό του δικαιώματος απεργίας.

Ορίζεται ακόμη, ότι δεν επιτρέπεται η κήρυξη απεργίας χωρίς να έχει προηγουμένως καθοριστεί το προσωπικό ασφαλείας και, όπου απαιτείται, το προσωπικό στοιχειώδους λειτουργίας ή χωρίς να τεθεί πραγματικά στη διάθεση του εργοδότη το προσωπικό αυτό, υποκείμενο στο διευθυντικό του δικαίωμα, με ευθύνη της συνδικαλιστικής οργάνωσης που κηρύσσει την απεργία. Με τη ρύθμιση αυτή προσβάλλεται -καταλύεται το δικαίωμα της απεργίας, αφού οι τιθέμενοι περιορισμοί και προϋποθέσεις εμποδίζουν την άσκησή του, με όρους αποτελεσματικότητας που προστατεύει το άρθρο 23 παρ. 2 του Συντάγματος.

7.Παράλληλα με νέα ρύθμιση, ορίζεται ως κριτήριο αντιπροσωπευτικότητας της εργοδοτικής οργάνωσης ο αριθμός των εργαζομένων, που συνδέονται με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας με μέλη της οργάνωσης ή μέλη αυτών μέχρι φυσικού προσώπου, ατομικής επιχείρησης ή εταιρίας, όπως προκύπτουν από το ΓΕ.ΜΗ.Σ.Ο.Ε.. Ορίζεται ακόμη ότι μπορούν να αμφισβητηθούν η ικανότητα, η αρμοδιότητα ή και η αντιπροσωπευτικότητα για σύναψη συλλογικής σύμβασης εργασίας, καθώς και η ύπαρξη και η νομική φύση ή ο χαρακτήρας συνδικαλιστικής οργάνωσης εργαζομένων ή οργάνωσης εργοδοτών.

8.Με άλλη ρύθμιση του νομοσχεδίου προβλέπεται η απαγόρευση της ενίσχυσης συνδικαλιστικών οργανώσεων από εργοδότες και κόμματα. Λόγω της ρύθμισης αυτής, παύουν να ισχύουν και οι επιχορηγήσεις «κοινωνικού χαρακτήρα» που πολλές φορές λάμβαναν τα σωματεία από εργοδότες και πολιτικούς φορείς.

9.Επίσης στο νομοσχέδιο συναντάμε την απαγόρευση επαναπροκήρυξης απεργίας που έχει κριθεί παράνομη από τη Δικαιοσύνη, από τη δευτεροβάθμια ή τριτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση.

10.Η θέσπιση αστικής ευθύνης για συνδικαλιστές οι οποίοι προβαίνουν σε παράνομες πράξεις κατά τη διάρκεια απεργιών θα αποτελέσει «θηλιά» στο λαιμό των εκπροσώπων των εργαζομένων, που θα ευθύνονται ακόμα και με την ατομική τους περιουσία, για γεγονότα που κατά κανόνα δεν εντάσσονται στη σφαίρα ευθύνης τους.

11.Τέλος το νομοσχέδιο προβλέπει ότι η μη κωδικοποίηση των συλλογικών συμβάσεων δεν θα επιφέρει την ακύρωση της συλλογικής σύμβασης που υπεγράφη, όπως προβλεπόταν στο σχέδιο στη δημόσια διαβούλευση, αλλά απλώς δεν θα ισχύουν οι παλαιοί όροι συλλογικών συμβάσεων που δεν κωδικοποιήθηκαν.

12.Προβληματικό σημείο είναι και η ποινικοποίηση των απεργιακών κινητοποιήσεων σε προπτώσεις που ασκηθεί «ψυχολογική βία» προς απεργοσπάστες που θα θελήσουν να εργαστούν τις ημέρες που λαμβάνουν χώρα οι απεργιακές κινητοποιήσεις.

Η επιλογή της κυβέρνησης είναι ξεκάθαρη. Επιχειρεί να απονομιμοποιήσει το συνδικαλισμό de facto και de jure.Μια χώρα, δίχως συνδικάτα και ΣΣΕ είναι μια χώρα χαμηλών αμοιβών και άθλιων συνθηκών εργασίας. Το εργατικό κίνημα οφείλει να σπάσει τις ρυθμίσεις αυτές στην πράξη, αλλά και να προσεγγίσει τους εργαζόμενους, ώστε να τους εμφυσήσει τις αξίες του συνδικαλισμού και της συμμετοχικής δημοκρατίας.

Διονύσης Τεμπονέρας, Δικηγόρος- Εργατολόγος

πηγή