ΚΑΝΕΠ/ΓΣΕΕ -Τα δημόσια ΙΕΚ απειλούνται με λουκέτο

Αννα ΑνδριτσάκηΔιαλεκτή Αγγελή-εφσυν

Το νομοσχέδιο για την Επαγγελματική Κατάρτιση που εισάγεται στη Βουλή προοιωνίζεται το κλείσιμο του 59% των εκπαιδευτηρίων σε Αθήνα-Θεσσαλονίκη και του 47% στην περιφέρεια.

● Σπρώξιμο των εφήβων στην αποτυχία και την πρόωρη εγκατάλειψη της εκπαίδευσης διαπιστώνουν τα επιστημονικά ινστιτούτα της ΓΣΕΕ.

Με λουκέτο κινδυνεύουν δημόσια Ινστιτούτα Επαγγελματικής Κατάρτισης βάσει των ρυθμίσεων που προωθεί το υπουργείο Παιδείας στο νομοσχέδιο για την Επαγγελματική Κατάρτιση που εισάγεται σήμερα στην Επιτροπή Μορφωτικών Υποθέσεων της Βουλής. Στην αρχική εκδοχή του το νομοσχέδιο όριζε κατώτερο αριθμό σπουδαστών τα 250 άτομα προκειμένου να λειτουργήσει ένα δημόσιο ΙΕΚ στην Αθήνα ή τη Θεσσαλονίκη, αριθμός ο οποίος μειώθηκε (200 άτομα) στο τελικό κείμενο, ενώ για τα ΔΙΕΚ της περιφέρειας πέφτει στα 100 άτομα.

Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του 2017, και με δεδομένο ότι δεν έχουν σημειωθεί δραματικές αλλαγές στον αριθμό των λειτουργούντων ΔΙΕΚ, στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη απειλείται με κλείσιμο το 59% των δομών (23 από τα 39 ΔΙΕΚ), με το αντίστοιχο ποσοστό στην περιφέρεια να διαμορφώνεται στο 47% (25 από τα 53 ΔΙΕΚ). Και αν τα ποσοστά δεν είναι αρκετά για να καταδείξουν τον κίνδυνο, ας δούμε και τον αριθμό των σπουδαστών που επηρεάζονται από την προωθούμενη ρύθμιση.

Οπως φαίνεται και στον πίνακα, σε Αθήνα-Θεσσαλονίκη υπολογίζεται ότι 3.243 σπουδαστές θα προσπαθήσουν να απορροφηθούν σε ένα από τα εναπομείναντα ΔΙΕΚ, ακόμη και σε ειδικότητες που μπορεί να μην τους ενδιαφέρουν, είτε θα αναγκαστούν να πληρώσουν δίδακτρα σε κάποιο ιδιωτικό ΙΕΚ.

Αντίστοιχα, στην περιφέρεια ο αριθμός αυτών που θα επηρεαστούν από το ενδεχόμενο κλείσιμο δημόσιων δομών επαγγελματικής κατάρτισης διαμορφώνεται στα 1.581 άτομα. Με λίγα λόγια, το υπουργείο Παιδείας, με την εν λόγω ρύθμιση, χτίζει πελατεία για τις ιδιωτικές επιχειρήσεις μεταλυκειακής εκπαίδευσης και κατάρτισης, παραγνωρίζοντας το δικαίωμα των πολιτών για δωρεάν πρόσβαση στην εκπαίδευση όλων των επιπέδων και βαθμίδων.

Προς επίρρωσιν των παραπάνω, το Κέντρο Ανάπτυξης Εκπαιδευτικής Πολιτικής της ΓΣΕΕ, σε εκτενές κείμενο με παρατηρήσεις επί του νομοσχεδίου, ζητά να καταργηθεί το πλαφόν των 100 ατόμων στα ΔΙΕΚ της περιφέρειας και υποστηρίζει ότι σε περίπτωση που εντοπίζεται ανεπαρκής ζήτηση ως προς συγκεκριμένες ειδικότητες δημόσιων ΙΕΚ, τα αιτήματα πρέπει να παραπέμπονται στο Κεντρικό Συμβούλιο Επαγγελματικής Εκπαίδευσης και Κατάρτισης (ΚΣΕΕΚ) και μόνο κατόπιν της τεκμηριωμένης γνώμης τού εκάστοτε Συμβουλίου Σύνδεσης με την Παραγωγή και την Αγορά Εργασίας (ΣΣΠΑΕ).

Πρόωρη εγκατάλειψη

Το ΚΑΝΕΠ, με θετικές επισημάνσεις αλλά και με κριτική επί βασικών σημείων του κειμένου, στην κατεύθυνση της βελτίωσης ή ακόμα και της αλλαγής συγκεκριμένων ρυθμίσεων, κατέθεσε τις θέσεις και τις απόψεις του αξιοποιώντας τις πάγιες θέσεις, τα κείμενα πολιτικής αλλά και τις δημόσιες παρεμβάσεις των επιστημονικών φορέων της ΓΣΕΕ.

Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στα άρθρα που αφορούν τη Μεταγυμνασιακή Επαγγελματική Εκπαίδευση και Κατάρτιση, με το Κέντρο να υποστηρίζει ότι ενώ θεωρητικά η ρύθμιση ικανοποιεί ένα τυπικό ζήτημα, αυτό της ευθυγράμμισης του Εθνικού Πλαισίου Προσόντων με το αντίστοιχο ευρωπαϊκό, επί της ουσίας ωθεί τους εφήβους στη σχολική αποτυχία και την πρόωρη εγκατάλειψη της εκπαίδευσης.

«Είναι εξαιρετικά αντιφατικό, σε μια κοινωνία “πληθωρισμού προσόντων και δεξιοτήτων”, να ανοίγουμε διεξόδους προς την “υποεκπαίδευση”, να ενθαρρύνουμε ουσιαστικά την πρόωρη και έμμεση απομάκρυνση από το αγαθό της γνώσης» αναφέρει χαρακτηριστικά το ΚΑΝΕΠ, τονίζοντας ότι «Η καθιέρωση του επιπέδου 3 ουσιαστικά σηματοδοτεί την πρόωρη έξοδο των πιο ευάλωτων μαθητών σε ένα πεδίο εξαιρετικά δύσβατο και απαιτητικό -ιδίως για αυτή την ηλικιακή ομάδα- νομιμοποιώντας ουσιαστικά το είδος μιας άτυπης διαρροής από τις εγκύκλιες σπουδές προς ένα κατώτερο ουσιαστικά επίπεδο τεχνικής κατάρτισης. Πολύ περισσότερο, η θέσμιση της μαθητείας σε ανήλικους μαθητές εγκυμονεί εξαιρετικούς κινδύνους για την ανάπτυξη μορφών εκμετάλλευσης και καταχρηστικών πρακτικών, αφού πρόκειται για φαινόμενα που δυστυχώς έχουν επισημανθεί και σε μεγαλύτερες ηλικίες».

Μεταξύ άλλων επισημαίνεται ότι:

● Δεν πρέπει να αποκοπεί η επαγγελματική κατάρτιση από τη γενική εκπαίδευση ενηλίκων και να μη δίνεται η εντύπωση ότι η διά βίου μάθηση δεν αφορά την αναβάθμιση του μορφωτικού επιπέδου του πληθυσμού αλλά τη μονοδιάστατη κάλυψη των αναγκών της αγοράς εργασίας.

● Πρέπει να συμμετέχουν εκπρόσωποι των ερευνητικών ινστιτούτων των κοινωνικών εταίρων στη σύνθεση της Κεντρικής Επιστημονικής Επιτροπής (ΚΕΕ), έργο της οποίας είναι να βοηθά επιστημονικά αφενός τη Γενική Γραμματεία Επαγγελματικής Εκπαίδευσης και αφετέρου το ΚΣΕΕΚ.

● Η δυνατότητα που δίνεται στα ΙΕΚ να αντικαταστήσουν εναλλακτικά τη μαθητεία με την πρακτική άσκηση ισοδυναμεί με κίνητρο προς τις επιχειρήσεις προκειμένου να προτιμήσουν την ανασφάλιστη, άτυπη και εν δυνάμει χωρίς αμοιβή πρακτική άσκηση, σε βάρος της τυπικά ρυθμισμένης, αμειβόμενης βάσει σύμβασης και ασφαλισμένης μαθητείας.

● Ως θετικές αποτιμώνται οι ρυθμίσεις που αφορούν την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και την αύξηση της αμοιβής των σπουδαστών κατά το έτος μαθητείας, όπως και η απόκτηση άδειας ασκήσεως επαγγέλματος από τους επιτυχόντες στην πιστοποίηση.

● Ο σκοπός των Πρότυπων Επαγγελματικών Λυκείων (ΠΕΠΑΛ), όπως ορίζεται στο νομοσχέδιο, εξυπηρετείται αποτελεσματικότερα αν αυτά θεσμοθετηθούν ως Πειραματικά και όχι ως Πρότυπα.

● Είναι αναγκαίο να θεσπιστεί σαφές πλαίσιο αδειοδότησης των φορέων σε ό,τι αφορά τη διαδικασία της πιστοποίησης των φυσικών προσόντων από τη συνεχιζόμενη επαγγελματική κατάρτιση με αυστηρά διοικητικούς και ποιοτικούς όρους.

«Είναι ευνόητο ότι η επιτυχής ή όχι εφαρμογή των βασικών προβλέψεων του σ/ν εξαρτάται από την άμεση ενεργοποίηση ορισμένων διατάξεων, ειδικά αυτών που αφορούν τα όργανα διακυβέρνησης. Εξαρτάται ακόμη από τον βαθμό στον οποίο θα ενσωματωθούν κατά την εφαρμογή με οριζόντιο τρόπο ορισμένες βασικές παράμετροι, όπως η εκπαίδευση και πιστοποίηση των εκπαιδευτών, ο προγραμματισμός και η υλοποίηση των δράσεων εκπαίδευσης ενηλίκων με βάση ευρύτερα παραδεκτές αρχές και η συμμετοχή και αντιπροσώπευση των εργαζομένων σε όλα τα επίπεδα σχεδιασμού και αξιολόγησης» καταλήγουν οι θέσεις των ΙΝΕ και ΚΑΝΕΠ-ΓΣΕΕ.