Μπορεί να ανακληθεί η απόλυση εργαζόμενου;
Η καταγγελία της αορίστου χρόνου συμβάσεως εργασίας υπαλλήλου μπορεί να γίνει είτε άμεσα (άτακτη καταγγελία) είτε με προειδοποίηση (τακτική καταγγελία). Τακτική καταγγελία είναι εκείνη που γίνεται ορισμένο διάστημα πριν από την ημερομηνία κατά την οποία, και βάσει του νόμου, επιθυμεί ο καταγγέλλων να λήξει η σχέση και επιφέρει τη λήξη αυτής μετά την πάροδο του εν λόγω διαστήματος. Από του χρόνου της προειδοποίησης καταγγέλλεται η σχέση και προκαλείται, μέσω αυτής (δηλαδή της καταγγελίας) η λύση της, εφ’ όσον συντρέχουν και οι υπόλοιπες προϋποθέσεις που τάσσει ο νόμος. Η μόνη διαφορά εδώ είναι ότι, το αποτέλεσμα της λύσης της εργασιακής σχέσης δεν επέρχεται με την πραγματοποίηση της καταγγελίας, με την περιέλευση δηλαδή της σχετικής δήλωσης του καταγγέλλοντα στον αντισυμβαλλόμενό του, αλλά μετά την πάροδο του χρονικού διαστήματος της προμήνυσης, που μεσολαβεί μεταξύ της καταγγελίας και της οριστικής λήξης της σχέσης (Α.Π. 323/38, Μον. Πρωτ. Ιωαννίνων 265/82, Α.Π. 2064/86 κ.λ.π.).
Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1 και 3 του Ν.2112/20 όπως τροποποιήθηκαν 17 και συμπληρώθηκαν με τον Ν. 4558/30 (124 Α΄) και την παρ. 3 του άρθρου 5 του Ν. 3198/55, όπως συμπληρώθηκε από την παρ. 4 του άρθρου 2 του Ν.2556/1997 (270 Α΄), η καταγγελία της σχέσεως εργασίας αορίστου χρόνου, γενομένη εκ μέρους του εργοδότου, θεωρείται έγκυρη, εφόσον γίνεται εγγράφως, έχει καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση και έχει καταχωρηθεί η απασχόληση του απολυόμενου στα τηρούμενα για το Ι.Κ.Α. μισθολόγια ή έχει ασφαλιστεί ο απολυόμενος.
Η καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης πρέπει να γίνεται ταυτόχρονα με την καταγγελία της σύμβασης, εκτός της περίπτωσης της τακτικής καταγγελίας, όπου η καταβολή της γίνεται κατά τη λήξη του χρόνου προειδοποίησης. Αλλιώς η καταγγελία είναι άκυρη και γεννά υποχρέωση του εργοδότη για καταβολή μισθών υπερημερίας, σύμφωνα με τη συνδυασμένη ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 1 και 3 του Ν. 2112/20, 5 του Ν. 3198/55 και 656 Α.Κ. (Ολ. ΑΠ 35/88, ΑΠ 701/91, Εφ. Αθηνών 4277/92).
Από τα ανωτέρω, συνάγεται ότι ανάκληση της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας που γίνεται μετά την περιέλευση αυτής στο πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται, δεν έχει καμία νομική ενέργεια, γιατί με μονομερή δήλωση του καταγγέλλοντος δεν μπορεί να ανασυσταθεί η λυθείσα σύμβαση εργασίας. Για την ανασύσταση της σύμβασης απαιτείται σύμβαση. Συνεπώς εάν περιέλθει μετά τη γνωστοποίηση της καταγγελίας, δεν ανατρέπει τα αποτελέσματά της, και μόνο νέα σύμβαση εργασίας μπορεί να επιτρέψει τη συνέχιση της παροχής της εργασίας, εφόσον βέβαια συγκατατίθεται σε αυτό ο αντισυμβαλλόμενος (Μον Πρωτ. Αθηνών 375/94, ΔΕΝ 1994, σελ. 648 – Α.Π. 162/83, ΔΕΝ 1983, σελ. 648 – Α.Π. 1238/85, ΔΕΝ 1986, σελ. 806 – Α.Π. 2064/86, ΔΕΝ 1987, σελ. 940).
Επιπρόσθετα, έχει κριθεί ότι η ανάκληση της καταγγελίας δεν ανατρέπει τη λύση της σύμβασης εργασίας, δηλαδή δεν μπορεί να γίνει μονομερώς από τον εργοδότη, παρά μόνο αν η ανάκληση γνωστοποιήθηκε πρωτύτερα ή ταυτοχρόνως με την καταγγελία (168 Α.Κ.), ή αν συναινέσει ο μισθωτός σε αυτήν (δηλαδή στην ανάκληση), οπότε ανατρέπεται η γενομένη καταγγελία και συνεχίζεται η αρχική σύμβαση. Αν υπάρξει συναίνεση στην ανάκληση της καταγγελίας, τότε, συνεχίζεται η καταγγελθείσα σύμβαση, αφού με την ανάκληση αίρεται αναδρομικά η δήλωση της καταγγελίας και θεωρείται ότι ουδέποτε υπήρξε πρόθεση λύσης της ήδη λειτουργούσας εργασιακής σχέσης, η δε ανάκληση επέχει θέση σιωπηρής ανανέωσης (Μον. Πρωτ. Θεσ. 5329/2000, ΔΕΝ 2001, σελ. 336 – Εφ. Δωδ. 214/2006).
Κατά τη θεωρία, σε περίπτωση συμβατικής ανάκλησης της καταγγελίας, η ανάκληση αυτή ανατρέπει τα έννομα αποτελέσματα της καταγγελίας αναδρομικώς, δηλ. η εργασιακή σχέση αναβιώνει και συνεχίζεται με τους αυτούς όρους και περιεχόμενο, ως εάν δεν είχε λάβει χώρα η καταγγελία (Αγαλλόπουλος, Εργατικόν Δίκαιον, σελ. 296, Καποδίστριας, ΕρμΑΚ, Εισαγ. Αρθρ. 416-454 αριθμ. 33, Καρακατσάνης – Γαρδίκας, Ατομικό Εργατικό Δίκαιο, σελ. 534, Ζερδελής, Εργατικό Δίκαιο – Ατομικές Εργασιακές Σχέσεις, 2007, σελ. 1077 επ., Αγραφιώτης, Η καταγγελία της Σχέσεως…, σελ. 49 επ.).
Αντιθέτως, κατά τη νομολογία – σύμφωνα και με τα ανωτέρω – η ανάκληση, όταν λαμβάνει χώρα μετά τη λήξη της καταγγελίας, δεν ανατρέπει αναδρομικώς τις συνέπειες της καταγγελίας, αλλά οδηγεί στη σύναψη νέας σύμβασης εργασίας με τη συγκατάθεση του εργαζόμενου. Είναι προφανές ότι κατά τη συμβατική ανάκληση της καταγγελίας ισχύει η συμβατική ελευθερία (361 Α.Κ.). Δηλαδή, τα μέρη έχουν την ευχέρεια να προσδώσουν στην ανάκληση αναδρομική ενέργεια, με αποτέλεσμα να αναβιώσει η λυθείσα σύμβαση εργασίας και να συνεχίζεται με τους ίδιους όρους, ως εάν δεν είχε μεσολαβήσει η καταγγελία. Τα μέρη, όμως, έχουν την ευχέρεια να προσδώσουν στη συμφωνία τους και την έννοια ότι συνάπτουν νέα σύμβαση εργασίας, πράγμα που συνήθως συμβαίνει όταν ο εργαζόμενος έχει λάβει και διατηρεί την αποζημίωση λόγω καταγγελίας. Επομένως, το ζήτημα, εάν με τη συμφωνία αίρονται αναδρομικώς οι συνέπειες της καταγγελίας ή συνάπτεται νέα σύμβαση, συναρτάται με την ερμηνεία των δηλώσεων βουλήσεως των μερών. Από την ερμηνεία αυτή θα προκύψει αν, ακόμη και στην περίπτωση της σύναψης νέας σύμβασης εργασίας, διατηρείται η αρχαιότητα και οι λοιποί όροι της αρχικής σύμβασης.
