Απολύσεις εργαζομένων: Τι καταργήθηκε από την ΝΔ – Έλεγχος κύρους καταγγελίας σήμερα
Σύμφωνα με τη μελέτη του Τραϊανόπουλου Βασίλη* που δημοσιεύτηκε στο oenet.gr μετά την κατάργηση από την νέα κυβέρνηση της ΝΔ του άρθρου 117 του ν.4623/2019 και μάλιστα αφότου ίσχυσε αυτό που καταργεί η νέα διάταξη είναι η απαίτηση βάσιμου λόγου απόλυσης ως σωρευτικό κριτήριο για το έγκυρο της καταγγελίας της εργασιακής σχέσης εργαζόμενου (άρθρο 48 του ν. 4611/2019).

Έτσι σύμφωνα με την εξαιρετική αυτή μελέτη :
Ο βάσιμος λόγος απόλυσης εξακολουθεί να ισχύει προκειμένου να ελέγχεται το κύρος της απόλυσης έναντι των δικαστηρίων
Η διάταξη του νόμου σχετικά με τις απολύσεις των εργαζομένων – Τί καταργείται
Σύμφωνα με την διάταξη του Νόμου 4623/2019, που μόλις ψηφίστηκε, που αφορά τις απολύσεις των εργαζομένων:
1.Τα άρθρα 48 και 58 του Ν. 4611/2019 καταργούνται αφότου ίσχυσαν
2. Δεν θίγονται οι διατάξεις του Ν. 2112/1920 όπως ισχύει και του Ν.3198/1955 όπως ισχύει σε συνδυασμό με το άρθρο 24 του Αναθεωρημένου Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του Ν. 4359/2016
Συνεπώς ρητά προβλέπεται ότιι εξακολουθεί και ισχύει το άρθρο πρώτο του Ν. 4359/2016 και επομένως το άρθρο 24 του Αναθεωρημένου Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη.
Η διάταξη καταργεί το γεγονός ότι ο βάσιμος λόγος απόλυσης απαιτείται ως σωρευτικό κριτήριο για το έγκυρο της καταγγελίας της εργασιακής σχέσης εργαζόμενου (άρθρο 48 του ν. 4611/2019).
Το άρθρο 48 του ν. 4611/2019 προέβλεπε ότι η καταγγελία της εργασιακής σχέσης θεωρείται έγκυρη, μόνο αν οφείλεται σε βάσιμο λόγο, κατά την έννοια του άρθρου 24 του Αναθεωρημένου Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 4359/2016, έχει γίνει εγγράφως, έχει καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση και έχει καταχωρηθεί η απασχόληση του απολυόμενου στα τηρούμενα για τον ΕΦΚΑ μισθολόγια ή έχει ασφαλιστεί ο απολυόμενος.
Έτσι σήμερα μετά την ψήφιση της διάταξης, το ισχύον καθεστώς προβλέπει ότι η καταγγελία της εργασιακής σχέσης θεωρείται έγκυρη εφόσον έχει γίνει εγγράφως, έχει καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση και έχει καταχωρηθεί η απασχόληση του απολυόμενου στα τηρούμενα για τον ΕΦΚΑ μισθολόγια ή έχει ασφαλιστεί ο απολυόμενος (Ν. 2112/1920,Ν. 3198/1955, Ν. 2556/1997).
Η άσκηση του σχετικού δικαιώματος της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη , δεν είναι απεριόριστη και ανέλεγκτη, αλλά υπόκειται στους περιορισμούς που προβλέπονται από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, της οποίας η παράβαση επάγεται απόλυτη ακυρότητα της καταγγελίας, που θεωρείται σαν να μην έγινε, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 174 και 180 ΑΚ. Στην περίπτωση αυτή ο καταγγέλλων εργοδότης, που αρνείται να δεχτεί τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του εργαζόμενου, καθίσταται υπερήμερος και υποχρεούται να καταβάλει σ’ αυτόν το μισθό, κατά τα άρθρα 349, 350 και 656 ΑΚ.
Σύμφωνα με τα πορίσματα της νομολογίας η καταγγελία που δε δικαιολογείται από το αντικειμενικό συμφέρον του εργοδότη είναι άκυρη.
Από το Δικαστήριο επίσης ελέγχεται, αφενός ο αιτιώδης σύνδεσμος ανάμεσα στην απόφασή του εργοδότη και στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας συγκεκριμένου εργαζόμενου, ως έσχατο μέσον αντιμετώπισης των προβλημάτων της επιχείρησης και αφετέρου ο τρόπος επιλογής του εν λόγω εργαζομένου προς απόλυση έναντι άλλων, που πρέπει να πραγματοποιείται βάσει των αντικειμενικών κριτηρίων του άρθρου 281 ΑΚ.
Όπως ήδη αναφέρθηκε, παραμένει σε ισχύ το άρθρο πρώτο του Ν. 4359/2016 και επομένως το άρθρο 24 του Αναθεωρημένου Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη.
Με τον Ν. 4359/2016, κυρώθηκε ο αναθεωρημένος Ευρωπαϊκός Κοινωνικός Χάρτης, ο οποίος έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ. Το άρθρο 24 του Αναθεωρημένου Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη προβλέπει: «Με σκοπό τη διασφάλιση της αποτελεσματικής άσκησης του δικαιώματος προστασίας των εργαζομένων σε περιπτώσεις λύσης της σχέσης εργασίας, τα μέρη αναλαμβάνουν να αναγνωρίζουν: α. το δικαίωμα όλων των εργαζομένων να μη λύεται η εργασιακή τους σχέση χωρίς βάσιμο λόγο που να συνδέεται με την ικανότητα ή τη συμπεριφορά τους ή να βασίζεται στις λειτουργικές απαιτήσεις της επιχείρησης, της εγκατάστασης ή της υπηρεσίας, β. το δικαίωμα των εργαζομένων, των οποίων η εργασιακή σχέση λύεται χωρίς βάσιμο λόγο, σε επαρκή αποζημίωση ή άλλη κατάλληλη επανόρθωση. Για αυτόν το σκοπό τα μέρη αναλαμβάνουν να διασφαλίζουν ότι ο εργαζόμενος, που θεωρεί ότι η σχέση εργασίας του έχει λυθεί χωρίς βάσιμο λόγο, έχει το δικαίωμα προσφυγής σε αμερόληπτο όργανο».
Μετά την κύρωση του άρθρου 24 του Αναθ. Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη. γίνεται προφανές ότι το καθεστώς της “αναιτιώδους” εργοδοτικής καταγγελίας( άρθρα 669 παρ. 2 ΑΚ, 1 του . Ν.2112/1920 και 1, 5 του Ν.3198/1955) δεν είναι συμβατό με την απόλυση για βάσιμο λόγο που εγγυάται το συγκεκριμένο άρθρο. Συνεπώς τα ελληνικά Δικαστήρια ερευνούν την ύπαρξη ή μη βάσιμου λόγου και θεωρούν ως άκυρη κάθε απόλυση που δεν στηρίζεται σε έναν τέτοιο λόγο. Με τη διάταξη του άρθρου 24 του Αναθεωρημένου Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη έχει εισαχθεί στο Ευρωπαϊκό Δίκαιο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ένα θεμελιώδες δικαίωμα, που συνίσταται στην προστασία του εργαζομένου από την απόλυση με πρωτοβουλία του εργοδότη του.
Η προστασία που διασφαλίζει το άρθρο 24 του Αναθ. Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη έχει τρεις βασικούς άξονες: α) κάθε λύση εργασιακής σύμβασης με πρωτοβουλία του εργοδότη πρέπει να στηρίζεται σε «έγκυρη αιτία» ή ορθότερα σε «βάσιμο λόγο» , ο οποίος να συνδέεται με την συμπεριφορά ή τις ικανότητες του εργαζομένου ή με τις λειτουργικές ανάγκες της επιχείρησης, β) ο εργοδότης υποχρεούται να «αποζημιώνει καταλλήλως» τον αδικαιολογήτως απολυθέντα ή να παρέχει άλλη κατάλληλη επανόρθωση όταν η απόλυσή του δεν στηρίζεται σε βάσιμο λόγο, και γ) πρέπει να διασφαλίζεται επαρκής έννομη προστασία.
Είναι προφανές ότι το άρθρο 24 του Αναθ. Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη προβλέπει ρητά ότι θα πρέπει να υφίσταται βάσιμος λόγος για την απόλυση εργαζόμενου , διαφορετικά θα πρέπει να αποζημιώνεται καταλλήλως ο εργαζόμενος και σε καμία περίπτωση οι δύο περιπτώσεις δεν συνδέονται σωρευτικά ώστε να είναι έγκυρη η καταγγελία της σύμβασης.
Άλλωστε η αιτιολογία της απολύσεως ( σύμφωνα με το άρθρο 24 του Αναθ. Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη) συμπίπτει με τα όσα επιβάλλει η εφαρμογή του άρθ. 281 ΑΚ με το οποίο ελέγχεται η καλόπιστη και σύμφωνα με τον οικονομικό και κοινωνικό σκοπό του δικαιώματος καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη. Οι λόγοι καταγγελίας που αναφέρονται στην περίπτωση α’ του άρθ. 24 σχετίζονται με τους λόγους που αίρουν τον καταχρηστικό χαρακτήρα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας.
Επομένως ο έλεγχος της εγκυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας μπορεί να γίνει είτε με ευθεία αναγωγή στο άρθρο 24, η διατύπωση του οποίου, τουλάχιστον όσον αφορά στο ζήτημα αυτό, είναι ακριβής, σαφής και απαλλαγμένη από αιρέσεις, σε συνδυασμό βέβαια προς τις διατάξεις των άρθρων 174 και 180 ΑΚ είτε ερμηνευτικά με τη διαμεσολάβηση του άρθρου 281 ΑΚ, οπότε ως καταχρηστική θεωρείται κάθε απόλυση που δεν είναι σύμφωνη με τους όρους του άρθρου 24 του Αναθ. Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη.
Όσον αφορά δε στις συνέπειες της αδικαιολόγητης καταγγελίας εκτός από την ακυρότητα αυτής σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 ΑΚ ο εργοδότης οφείλει επαρκή αποζημίωση ή άλλης μορφής επανόρθωση, την οποία προβλέπει το εθνικό δίκαιο, έχει δε νομολογηθεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Κοινωνικών Δικαιωμάτων ότι η προβλεπόμενη ακυρότητα της απόλυσης και εντεύθεν η αξίωση αποδοχών υπερημερίας και η επαναπρόσληψη του ακύρως απολυθέντος συνιστούν επαρκή επανόρθωση, οπότε δεν χρειάζεται να καταβληθεί χρηματική αποζημίωση για την παράνομη απόλυση.
Μετά τη νέα διάταξη ασφαλώς δεν ισχύει και η αιτιολόγηση της απόλυσης στο έντυπο της απόλυσης του ηλεκτρονικού συστήματος ΕΡΓΑΝΗ κάτι για το οποίο είχαμε αναφερθεί πρόσφατα σε σχετικό άρθρο , και συγκεκριμένα στο γεγονός ότι ούτε το άρθρο που πλέον καταργήθηκε (48 του Ν.4611/2019) το προέβλεπε, ούτε το ισχύον και σήμερα άρθρο 24 του Αναθ. Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη προβλέπει την προσδιορισμό της αιτιολογίας της απόλυσης κατά τον έγγραφο τύπο αυτής , ώστε τούτο να αποτελέσει προϋπόθεση της έγκυρης απόλυσης.
*ΒΑΣΙΛΗΣ ΤΡΑΪΑΝΟΠΟΥΛΟΣ
ΕΙΔΙΚΟΣ ΕΠΙΘΕΩΡΗΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
