Δ. Τεμπονέρας: Από το 8ωρο του Σικάγο στο 10ωρο του Κ. Μητσοτάκη – Υπάρχει εναλλακτική;

Στόχος της κυβέρνησης, είναι να εκπληρώσει ένα «διακαή πόθο» του ΣΕΒ, ο οποίος από το 2010, ζητούσε να υπάρχει «ευελιξία», στην διευθέτηση του χρόνου εργασίας και «εξορθολογισμός», του κόστους των υπερωριών.

Η κυβέρνηση, ετοιμάζεται να θέσει προς διαβούλευση, τις επόμενες ημέρες το νέο νομοσχέδιο για τις εργασιακές σχέσεις.

Μία από τις βασικές «μεταρρυθμίσεις», που αναμένεται να αποτελέσουν και «αιτία πολέμου», για τις δυνάμεις της αντιπολίτευσης και τα συνδικάτα, είναι η θεσμοθέτηση της δεκάωρης εργασίας.

Σύμφωνα με το νομοσχέδιο, κάτω από συγκεκριμένες προϋποθέσεις, επιχειρήσεις, θα μπορούν να απασχολούν εργαζομένους ως 10 ώρες ημερησίως κατά μέγιστο, χωρίς πρόσθετη αμοιβή, εφόσον εντός του ίδιου 6μήνου, «εξοφλούν» τις ώρες, με αντίστοιχη μείωση ωρών ή ρεπό ή ημέρες άδειας. Σύμφωνα με πληροφορίες, θα προβλέπεται ότι, σε περιπτώσεις που δεν υπάρχει σωματείο ή συνδικαλιστική εκπροσώπηση των εργαζομένων, ο εργοδότης θα έρχεται σε ατομική συμφωνία με τον εργαζόμενο, που θα προβλέπει την επιπλέον εργασία(2 ώρες) για τον εργαζόμενο, για μια περίοδο αναφοράς, με την δυνατότητα, του εργαζομένου να δουλέψει λιγότερες ώρες, σε άλλη περίοδο.

Στόχος της κυβέρνησης, είναι να εκπληρώσει ένα «διακαή πόθο» του ΣΕΒ, ο οποίος από το 2010, ζητούσε να υπάρχει «ευελιξία», στην διευθέτηση του χρόνου εργασίας και «εξορθολογισμός», του κόστους των υπερωριών.

Οι επιπλέον ώρες σύμφωνα με το νομοσχέδιο, θα αποθηκεύονται σε «τράπεζα χρόνου» και θα «επιστρέφονται» στους εργαζόμενους εντός έξι μηνών, με τη μορφή μειωμένου ωραρίου ή ρεπό ή ημερών άδειας.

Η επιχείρηση, θα πρέπει να αποδείξει ότι, έχει αυξημένο κύκλο εργασιών, μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο και ως εκ τούτου, έχει ανάγκη να απασχολήσει περισσότερες ώρες τους εργαζόμενους.

Για το λόγο αυτό, κλάδοι όπως ο τουρισμός και ο επισιτισμός, οι μεταφορές κλπ. θα είναι οι πρώτοι στους οποίους θα εφαρμοστεί το μέτρο. Έπειτα, θα ακολουθήσουν η βιομηχανία τροφίμων, η κονσερβοποιία, η υφαντουργία κ.α.

Το «πράσινο φως» για τους συμψηφισμούς των υπερωριών, θα δίνει το Ανώτατο Συμβούλιο Εργασίας, μετά από προσφυγή του εργοδότη, αν δεν είναι εφικτό να υπογραφεί επιχειρησιακή σύμβαση που να προβλέπει τη διευθέτηση. Το ΑΣΕ θα εξετάζει τις προϋποθέσεις και θα εγκρίνει ή θα απορρίπτει την αίτηση.

Η συγκεκριμένη πρωτοβουλία της κυβέρνησης έρχεται να προστεθεί σε μια σειρά νομοθετημάτων, που ξεκινούν από το μακρινό 1990 και την κυβέρνηση, του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη και φτάνουν στην αποδιάρθρωση των εργασιακών σχέσεων της περιόδου 2010-2014.

Οι παρεμβάσεις υπήρξαν αρκετές και κατέληξαν στο υφιστάμενο πλαίσιο, σύμφωνα με το οποίο (αρ. 42 του ν. 3986/2011), ο εργαζόμενος επιτρέπεται για μία χρονική περίοδο (περίοδος αυξημένης απασχόλησης) να εργάζεται ημερησίως περισσότερες ώρες (έως 10 ώρες) και σε άλλη χρονική περίοδο (περίοδος μειωμένης απασχόλησης) να εργάζεται λιγότερες ώρες αντίστοιχα, ή να χορηγείται στον εργαζόμενο ανάλογη ημερήσια ανάπαυση (ρεπό) ή συνδυασμός μειωμένων ωρών εργασίας και ημερών ανάπαυσης.

Κατά τα διαστήματα αυτά (αυξημένης – μειωμένης απασχόλησης) καταβάλλονται στον εργαζόμενο, οι αποδοχές που προβλέπονται για εργασία 40 ωρών την εβδομάδα ή αν το ωράριο είναι μικρότερο των 40 ωρών, αντίστοιχη αμοιβή που προβλέπεται για το εβδομαδιαίο αυτό ωράριο (ανεξάρτητα αν κατά την αυξημένη περίοδο εργάζεται περισσότερες ώρες ενώ κατά την μειωμένη περίοδο αντίστοιχα εργάζεται λιγότερες ώρες η αμοιβή είναι η ίδια, ενώ δεν καταβάλλονται προσαυξήσεις).

Προϋπόθεση εφαρμογής του συστήματος αυτού σήμερα, είναι η ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ του εργοδότη και των εκπροσώπων των εργαζομένων. Έτσι λοιπόν, η διευθέτηση χρόνου μπορεί να καθορίζεται, μόνο με επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις εργασίας ή με συμφωνία του εργοδότη και του επιχειρησιακού σωματείου που αφορά τα μέλη του ή με συμφωνία με το συμβούλιο εργαζομένων ή με ένωση προσώπων.

Ειδικότερα, για να μπορέσει όμως να οργανωθεί ο χρόνος εργασίας με τον παραπάνω τρόπο, θα πρέπει να καταρτιστεί επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας ή να υπάρχει συμφωνία του εργοδότη με συνδικαλιστική οργάνωση στην επιχείρηση που αφορά τα μέλη της ή συμφωνία του εργοδότη και του συμβουλίου των εργαζομένων ή συμφωνία του εργοδότη και ένωσης προσώπων.

Από τα ανωτέρω, είναι εύκολα κατανοητό, γιατί το υπάρχον σύστημα δεν εφαρμόστηκε εκτενώς. Τα συνδικάτα, με εξαίρεση τα μορφώματα των ψευδεπίγραφων «Ενώσεων Προσώπων», που εισήχθησαν με την μνημονιακή νομοθεσία, δεν προχώρησαν σε αντίστοιχες συμφωνίες, με αποτέλεσμα, το μέτρο να «ατονήσει» στην πράξη.

Η κυβέρνηση φυσικά, αξιοποιώντας την γνώση και την εμπειρία του πρόσφατου παρελθόντος, ετοιμάζεται να εισάγει την συμφωνία πια, με ατομική σύμβαση εργαζομένου και εργοδότη, για να «εξασφαλίσει» ότι, το 8ώρο σύντομα θα αποτελέσει παρελθόν.

Τα επιχειρήματα, που πρόκειται να χρησιμοποιήσει το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, ώστε να ικανοποιήσει τους μεγάλους επιχειρηματικούς ομίλους, είναι λίγο πολύ γνωστά:

Ο υπουργός Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων κ.Χατζηδάκης, θα ισχυριστεί ότι, το μέτρο εξυπηρετεί αρχικά τους ίδιους τους εργαζόμενους που το ζητούν οι ίδιοι(!), καθώς τους ενδιαφέρει π.χ. σε ορισμένες περιόδους του έτους, να εργάζονται λιγότερες ώρες και να έχουν περισσότερο χρόνο.

Επίσης, η κυβέρνηση θα ισχυριστεί ότι, πολλές επιχειρήσεις εποχιακού χαρακτήρα, θα εξυπηρετηθούν, αφού για παράδειγμα, τους καλοκαιρινούς μήνες, εμφανίζουν έντονη δραστηριότητα, ενώ το Χειμώνα, δεν έχουν ανάγκη, να παραμείνει ο εργαζόμενος στη θέση του επί 8ώρου.

Η σχετική πρωτοβουλία της κυβέρνησης όμως, για την κατάργηση του 8ώρου, δεν έρχεται σαν «κεραυνός εν αιθρία». Ο ίδιος ο Πρωθυπουργός, κ. Μητσοτάκης, τον Ιούλιο του 2018, προ πανδημίας δηλαδή, είχε προειδοποιήσει χαρακτηρίζοντας το 8ώρο «ξεπερασμένο»!

Εκατό τριάντα πέντε χρόνια, μετά την Εργατική πρωτομαγιά του Σικάγο το 1886, η κυβέρνηση θεωρεί, προφανώς και το σύνθημα «8ώρες δουλειά, 8ώρες ύπνο, 8 ώρες ξεκούραση» ξεπερασμένο.

Πως συνδέεται όμως η αύξηση της παραγωγικότητας, με τις ώρες εργασίας; Υπάρχει εναλλακτική;

Η κυβέρνηση του κ. Μητοστάκη «ξηλώνει» το 8ωρο, οχυρωμένη πίσω από μια παρωχημένη ιδεοληψία, σύμφωνα με την οποία, η παραγωγικότητα μιας επιχείρησης, συνδέεται άμεσα με το χρόνο, που εργάζονται οι εργαζόμενοι.

Πρόκειται για μια αντίληψη που χάνει έδαφος, σε όλον τον πλανήτη.
Διεθνώς, καθώς η νέα οικονομία και η τεχνολογία αυξάνει τις δυνατότητες για εργασία, εντείνεται σταδιακά ο διάλογος για την υιοθέτηση μειωμένου ωραρίου εργασίας, ως μία win-win συνθήκη που ευνοεί τους εργαζομένους και ταυτόχρονα διατηρεί η αυξάνει τα αποτελέσματα της επιχείρησης. Στην κατεύθυνση αυτή οδηγούνται οι κυβερνήσεις λαμβάνοντας υπόψη και τις συνθήκες που διαμορφώνει η πανδημία.

Η θεσμοθέτηση της οκτάωρης καθημερινής εργασίας χρονολογείται από τις αρχές του 20ου αιώνα, ως αποτέλεσμα διεκδικήσεων του εργατικού και σοσιαλιστικού κινήματος. Η 40ωρη εργασιακή εβδομάδα αποσκοπούσε προφανώς στη θέσπιση ενός ανώτατου ορίου ωρών απασχόλησης για την προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων -όχι όμως και ενός κατώτατου.

Από τότε, έχουν αλλάξει πολλά. Οι νέες τεχνολογίες και το διαδίκτυο μεταμόρφωσαν δραστικά τον τρόπο με τον οποίο ζούμε και εργαζόμαστε και συνέβαλλαν στη σημαντική αλλαγή της φύσης της εργασίας, η οποία διακρίνεται από πνευματικά και νοητικά καθήκοντα που απαιτούν κριτική σκέψη, επίλυση προβλημάτων και δημιουργικότητα. Σε αυτό το νέο περιβάλλον, όλο και περισσότερες είναι οι φωνές σε διαφορετικούς κλάδους της οικονομίας που υποστηρίζουν ότι εργαζόμενοι και επιχειρήσεις θα μπορούσαν να έχουν τα ίδια και καλύτερα αποτελέσματα, με 6 μόνο ώρες εργασίας την ημέρα! Ο διάσημος Καθηγητής του Πανεπιστημίου Wharton και συγγραφέας του New York Times best-seller «Originals: How Non-Conformists Move the World», Adam Grant, επισημαίνει ότι, όσο πιο σύνθετη και δημιουργική είναι μια εργασία, τόσο λιγότερη σημασία έχει η προσκόλληση σε ένα τυπικό ωράριο για την εκτέλεσή της. Ωστόσο, το οκτάωρο εξακολουθεί να κυριαρχεί. Όχι επειδή έχει νόημα, σύμφωνα με τον A. Grant, αλλά κυρίως επειδή οι ηγέτες -όπως όλοι οι άνθρωποι- τείνουν να αγκιστρώνονται σε πρακτικές του παρελθόντος, ακόμη και αν αυτές δεν ανταποκρίνονται πλέον στις τρέχουσες ανάγκες.

Σύμφωνα με στοιχεία του ΟΟΣΑ, που καταγράφει την εργασία σε 35 μέλη του οργανισμού από τον δυτικό κόσμο, η Ελλάδα βρίσκεται στην κορυφή της Ευρώπης, με το μέσο Έλληνα να δουλεύει 2.035 ώρες τον χρόνο. Στον αντίποδα, οι Γερμανοί εργάζονται μόλις 1.363 ώρες ετησίως. Ωστόσο, η Γερμανία έρχεται πρώτη σε παραγωγικότητα, όχι μόνο σε σχέση με την Ελλάδα αλλά και με τις άλλες χώρες.

Οι πρόσφατες μελέτες δείχνουν ότι, όσο αυξάνονται οι προστιθέμενες ώρες απασχόλησης, τόσο μειώνεται η παραγωγικότητα. Επιπλέον, η επιμήκυνση του ωραρίου εργασίας μεταφράζεται και σε πρόσθετα κόστη για την εταιρεία (ρεύμα, θέρμανση, εξαερισμός κ.ά.).

Κυρίως όμως, η συστηματική υπέρβαση του ωραρίου πάνω από τις 48 ώρες την εβδομάδα συνδέεται αποδεδειγμένα με την αύξηση απουσιών λόγω ασθένειας και τις οικειοθελείς αποχωρήσεις.

Η σύγχρονη, πνευματική εργασία απαιτεί «ροή» (flow), δηλαδή επικέντρωση και πλήρη εμβάθυνση σε μία δραστηριότητα.

Η 6ωρη απασχόληση -χωρίς μείωση μισθού- έχει δοκιμαστεί πιλοτικά και σε ευρύτερη κλίμακα στη Σουηδία, μια χώρα που δεν φοβάται τους πειραματισμούς στον τομέα της εργασίας.

Αλλά και από τη Γερμανία μέχρι τη Νέα Ζηλανδία η ιδέα αυτή κερδίζει ολοένα και περισσότερο έδαφος τα τελευταία χρόνια. Ειδικοί, που ετοιμάζονται να εφαρμόσουν στην Ισπανία το «μοντέλο της τετραήμερης εργασίας των 32 ωρών» υποστηρίζουν ότι, με τις 32 ώρες εργασίας θα αυξηθεί η παραγωγικότητα, θα βελτιωθεί η ψυχική υγεία των εργαζομένων και θα υπάρξει μεγάλο όφελος στον αγώνα, κατά της κλιματικής αλλαγής.

Διεθνώς η πρόταση της τετραήμερης εβδομαδιαίας εργασίας απέκτησε από πέρυσι νέα σημασία, με την πανδημία, να δίνει νέα ώθηση στον διάλογο, για την ευημερία των εργαζομένων και την ισορροπία ζωής-εργασίας.

Την ίδια ώρα, η ελληνική κυβέρνηση ετοιμάζεται για 50ωρη (!) εργασία, την εβδομάδα, προσκολλημένη σε αντιλήψεις του περασμένου αιώνα. Πρόκειται για νεοφιλελεύθερες εμμονές, που μοναδικό στόχο έχουν την βίαιη υποτίμηση της εργασίας και που φυσικά θα λειτουργήσουν αντιπαραγωγικά και αντιαναπτυξιακά, για την ελληνική οικονομία.

Την ώρα, που ακόμα και συντηρητικοί κύκλοι στην Ευρώπη και στην Αμερική, δεχόμενοι και τα διδάγματα της πανδημίας, κατευθύνονται σε λογικές στήριξης των μισθών και των εργατικών δικαιωμάτων, η κυβέρνηση Μητσοτάκη, γυρίζει τη χώρα 135 χρόνια πίσω, στη «μάχη του 8ώρου».

Ας μην ξεχνούν όμως οι νεοφιλελεύθεροι ένοικοι του Μαξίμου ότι, τότε νίκησαν οι «από κάτω».

Ο Διονύσης Τεμπονέρας είναι Δικηγόρος – Εργατολόγος

ΠΗΓΗ