Ειδική Αγωγή / Σχολεία υψηλού κινδύνου

Η Ειδική Εκπαίδευση πάντοτε προϋπέθετε ειδικές -ψυχικές- δυνάμεις από τους εκπαιδευτικούς για την ειδική αποστολή που τους είχε ανατεθεί

ΗΜαργαρίτα Σ. είναι εκπαιδευτικός στην Ειδική Αγωγή εδώ και έξι χρόνια, σε μεγάλες σχολικές μονάδες της Αττικής με 120 και πλέον μαθητές. Αυτή την περίοδο βρίσκεται σε σχολείο Ειδικής Αγωγής στον Πειραιά.  Όπως περιγράφει στην ΑΥΓΗ, στο σχολείο φοιτούν μαθητές από 14 ετών που δύνανται να συνεχίσουν τη φοίτησή τους μέχρι τα 23-24. Μαθητές με ιδιαίτερες εκπαιδευτικές ανάγκες, με νοητική υστέρηση και βαρύτερες διαταραχές, όπως π.χ. αυτισμός, ψυχώσεις, σύνδρομα, παραβατικότητα.

Η καθημερινότητα είναι ένας αγώνας δρόμου. Η διδασκαλία δεν γίνεται με τον παραδοσιακό τρόπο, αλλά με τρόπους πολυαισθητηριακούς, βασισμένους στις ιδιαίτερες εκπαιδευτικές ανάγκες των μαθητών με δυσκολίες λόγου, κίνησης, άρθρωσης, ψυχολογίας, κοινωνικοποίησης, κατανόησης. Η ίδια διδάσκει στις βαρύτερες δομές, όπου οι συνθήκες είναι ιδιαίτερα δύσκολες. «Πολλά από τα παιδιά μας βρίσκονται στο φάσμα του αυτισμού, άλλα έχουν ψυχώσεις, σοβαρές συναισθηματικές διαταραχές, σύνδρομα και συμπεριφορικά προβλήματα. Υπάρχουν φορές που μετά από κρίσεις μαθητών είναι πιθανά και δαγκώματα, τραβήγματα μαλλιών ή επίθεση προς τον εκπαιδευτικό. Σε άλλες δομές συχνά ασθενοφόρα μεταφέρουν εκπαιδευτικούς σε νοσοκομεία για τις πρώτες βοήθειες» επισημαίνει.

«Η σχέση μου με τα παιδιά μου -κάθε χρόνο έχω 70 παιδιά- είναι αρκετά καλή. Στα παιδιά με παραβατική συμπεριφορά στόχος είναι να θυμούνται τις συνέπειες των πράξεών τους και να προσφέρουν. Να μάθουν να διαβάζουν, να γράφουν για να μπορούν αύριο να εργαστούν, να έχουν τρόπους, να έχουν ήθος. Στα τμήματα με βαρύ αυτισμό στόχος είναι να ολοκληρώσουν μια δραστηριότητα, να κατανοήσουν τα μέρη του σώματος ή ποιοι είναι οι συμμαθητές τους.  Έχουμε πολλή όρεξη και αγάπη κι αυτό το λαμβάνουν υπόψη τα παιδιά» υπογραμμίζει η Μαργαρίτα.

Όλοι αντάμα…

Κατά το δεύτερο κύμα της πανδημίας, τα Ειδικά Σχολεία παρέμειναν ανοιχτά, σε αντίθεση με τις υπόλοιπες εκπαιδευτικές μονάδες, παρά το γεγονός ότι φοιτούν μαθητές με σοβαρά προβλήματα υγείας, οι οποίοι δεν μπορούν να εφαρμόσουν βασικούς υγειονομικούς κανόνες.

«Με απορία παρακολουθούσαμε τις ανακοινώσεις, όπου έγινε πρωτοφανής διαχωρισμός Γενικής και Ειδικής Εκπαίδευσης.  Έχουν γίνει αγώνες για να μην υπάρχει διαχωρισμός μεταξύ οποιουδήποτε μαθητή, αγώνες για τη συμπερίληψη και την ενσωμάτωση των μαθητών μας, για να μετέχουν σε κάθε πτυχή τής κοινωνίας» αναφέρει η Μαργαρίτα. «Παρατηρήσαμε να αναφέρεται στα ΜΜΕ ότι ‘όλα τα σχολεία κλείνουν’ και στις υποσημειώσεις ‘η Ειδική μένει ανοιχτή’» προσθέτει. «Στο πιο κομβικό σημείο της πανδημίας τι τίθεται σε προτεραιότητα; Δεν είναι η προστασία των πλέον ευάλωτων κοινωνικών ομάδων; Δηλαδή στο ζύγι υπερισχύει η ψυχολογία έναντι της ίδιας της ζωής;».

Ασφυκτικά γεμάτα τμήματα

Παρά το γεγονός ότι το συγκεκριμένο σχολείο είναι επαρκές από άποψη εξοπλισμού, φέτος υπήρξε έκρηξη εγγραφών και αρκετοί μαθητές δεν χωρούσαν στα σχολεία. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα το σύστημα να πιεστεί ταυτόχρονα με το ξέσπασμα της πανδημίας.

«Σε αυτή τη χρονική στιγμή εμείς είχαμε γεμάτα τμήματα με μαθητές, μαθητές που δεν μπορούν να κάνουν χρήση της μάσκας ή δεν μπορούν να εφαρμόσουν βασικούς υγειονομικούς κανόνες» λέει η Μαργαρίτα. Σε γειτονικά σχολικά συγκροτήματα που δεν έχουν εξαερισμό στην τάξη συνωστίζονται 5-6 εκπαιδευτικοί, δημιουργώντας επισφαλείς συνθήκες εργασίας. «Επίσης, δεν υπάρχει η κατάλληλη προσβασιμότητα για μαθητές με κινητικά προβλήματα ή τουαλέτες που να ανταποκρίνονται στις ιδιαίτερες ανάγκες τους. Σε κάποια σχολεία της Αττικής δεν υπάρχουν αναρρωτήρια, προκαλώντας ιδιαίτερη ανησυχία στην παρούσα συγκυρία» προσθέτει.

Ταυτόχρονα, ακόμα ένα πρόβλημα εντοπίζεται στη μεταφορά παιδιών με λεωφορεία προς τον Πειραιά -περιοχή με το πιο επιβαρυμένο επιδημιολογικά φορτίο- από διαφορετικές συνοικίες. «Μέσα σε ένα λεωφορείο μεταφέρονται 15 μαθητές που στην πλειονότητά τους δεν δύνανται να κάνουν χρήση μάσκας. Και στη σχολική μονάδα έρχονται σε επαφή 150 άτομα, τα 60-70 εκ των οποίων είναι μαθητές που δεν μπορούν να εφαρμόσουν κανόνες υγιεινής. Μαθητές με σιελόρια, που πιάνουν συνεχώς το πρόσωπό τους, και μαθητές που μετά το πέρας των μαθημάτων πάνε σε άλλες δομές και έρχονται σε επαφή με άλλα παιδιά. Πρόκειται για μια υγειονομική βόμβα όταν εκατοντάδες άνθρωποι σε διαφορετικό πλαίσιο έρχονται κάθε μέρα σε επαφή και από διαφορετικές ομάδες της Αττικής» λέει η Μαργαρίτα.

Μηδενική μέριμνα

Και όλα αυτά ενώ πρόκειται για οργανισμούς με αδύναμο ανοσοποιητικό, με σοβαρότατα προβλήματα υγείας, διαταραχές που πλήττουν ζωτικά όργανα. Εάν κολλήσουν, είναι πολύ πιθανό να οδηγηθούν στο νοσοκομείο. «Σκεφτείτε έναν μαθητή μας με αυτισμό μόνο του και απομονωμένο μέσα στο νοσοκομείο. Εκεί η ψυχολογία του ποια θα είναι; Εκεί τι θα έχει αξία;  Ή κάποιες ζωές έχουν μεγαλύτερη αξία από κάποιες άλλες;» αναφέρει η ίδια.

Για ακόμα μια φορά το υπουργείο Παιδείας σιωπά. Παρά τις εκκλήσεις των εκπαιδευτικών, η κατάσταση παραμένει εκρηκτική. «Πόσους ακόμα πρέπει να θρηνήσουμε;» αναρωτιέται η Μαργαρίτα. Πέρα από τους μαθητές, υπάρχουν και οι εκπαιδευτικοί ευπαθών ομάδων και οι οικογένειές τους. «Τον χειμώνα κάναμε υπεράνθρωπες προσπάθειες με παράθυρα ανοιχτά και με συχνό πλύσιμο χεριών, αλλά δεν αρκεί».

Σε ό,τι αφορά τους εμβολιασμούς, πλατφόρμα άνοιξε μόλις την περασμένη Τετάρτη, ενώ ήδη βρισκόμαστε στα μέσα Μάρτη. «Ψάχναμε μόνοι μας αν είχαμε συμπτώματα να μας δεχθεί κάποιο κέντρο Υγείας για τεστ.  Άνοιξε πλατφόρμα για τους εκπαιδευτικούς.  Όταν όμως έκανα αίτημα στις 8 Ιανουαρίου, κλήθηκα στις 28 για τεστ και όχι στην περιοχή μου, αλλά σε άλλη περιοχή της Αττικής» λέει η Μαργαρίτα. «Διακυβεύεται το πολυτιμότερο αγαθό, αυτό της ζωής. Οφείλουμε να το προστατεύσουμε με κάθε τρόπο».

«Είμαστε αναλώσιμοι»

Η Γεωργιάννα Γ. εργάζεται επί 17 χρόνια στην Ειδική Αγωγή, ως ειδικό βοηθητικό προσωπικό. Ο ρόλος της είναι κομβικός, διότι βοηθά στην προσωπική υγιεινή των παιδιών. Πηγαίνει μαζί τους στην τουαλέτα, πλένει τα χέρια τους, τα βοηθά να σιτιστούν. Αλλά νιώθει συντετριμμένη. Γιατί πρόσφατα ένα από τα παιδιά της -όπως λέει χαρακτηριστικά- νόσησε και έχασε τη ζωή του. Μόλις 25 ετών. «Αυτή είναι μία από τις συνέπειες του να λειτουργεί κανονικά η Ειδική Αγωγή.  Έφυγε ένα παιδί μας.  Ένα παιδί που γνώριζα από το Δημοτικό. Θα υπάρξουν κι άλλα. Δεν το καταλαβαίνουν;» λέει στην ΑΥΓΗ.

«Η υφυπουργός είπε ότι τα Ειδικά Σχολεία μένουν ανοιχτά γιατί είναι ολιγάριθμα τα τμήματα.  Έχει βρεθεί ποτέ με παιδιά που πάσχουν από αυτισμό, τα οποία αδυνατούν να φορέσουν μάσκα ή παθαίνουν συνεχείς κρίσεις; Προφανώς και όχι. Για το υπουργείο Παιδείας είμαστε αναλώσιμοι. Γιατί υπάρχει αυτός ο διαχωρισμός για τα σχολεία Ειδικής Αγωγής;» αναρωτιέται η ίδια.

Το βασικότερο πρόβλημα έχει να κάνει με τη χρήση μάσκας. Για τα παιδιά που πάσχουν από διάφορα νοσήματα είναι πρωτόγνωρο το να καλούνται να φορούν μάσκα. Υπάρχουν παιδιά που αυτοτραυματίζονται, υπάρχουν παιδιά με σιελόρια που αγγίζουν συνεχώς το πρόσωπό τους. Υπάρχουν παιδιά που παθαίνουν επιληπτικές κρίσεις.

«Μέτρα προστασίας δεν υπάρχουν. Είμαστε στο μηδέν» λέει η Γεωργιάννα. «Υπάρχει ανεπάρκεια σε γάντια και μάσκες. Η κατάσταση στα δικά μας σχολεία είναι πολύ επιβαρυμένη». Επίσης, υπάρχουν σχολεία με 50-60 παιδιά εγγεγραμμένα και μόλις 5 αίθουσες διδασκαλίας. «Στη Χαλκίδα στα Ειδικά Σχολεία κάνουν μάθημα σε κοντέινερ, στη Νέα Μάκρη οι υποδομές είναι άθλιες» επισημαίνει.

Η ρώσικη ρουλέτα της εκπαίδευσης της Ειδικής Αγωγής

Μπρος κορωνοϊός και πίσω αυτισμός για τους γονείς και τους μαθητές των Ειδικών Σχολείων, καθώς οι ίδιοι καλύπτουν τα ξεχασμένα, από το υπουργείο, υγειονομικά και καθαριστικά υλικά

Η Μάρθα Ορφανού είναι γονέας του 10χρονου Θανάση, ο οποίος φοιτά στο Ειδικό Δημοτικό Αυτιστικών Πειραιά.  Όπως αναφέρει στην ΑΥΓΗ, ο ρόλος της ως μητέρα αλλά και ο ρόλος των εκπαιδευτικών είναι ιδιαίτερα δύσκολος. «Ο γιος μου έχει θέματα με την κοινωνικοποίηση, ο λόγος του δεν είναι κανονικός, μιλάει μόνο για όσα τον ενδιαφέρουν.  Έχει πρόβλημα με τους δυνατούς ήχους και τα αγγίγματα, ενώ δεν αντέχει τη ζέστη.  Έχει συχνές κρίσεις λόγω αισθητηριακής υπερφόρτωσης» επισημαίνει η ίδια. Μία από τις βασικότερες αδυναμίες των παιδιών που πάσχουν από αυτισμό είναι οι σχέσεις και το δέσιμο με άλλους ανθρώπους. Και κυρίως με τους καθηγητές τους. Σχέσεις που χρειάζονται τουλάχιστον έξι μήνες να καλλιεργηθούν και τελειώνουν με τη λήξη κάθε σχολικού έτους που οι αναπληρωτές αλλάζουν σχολεία.

Αυτό που την απασχολεί όμως έχει να κάνει με την έλλειψη μέτρων προστασίας. «Οι εκπαιδευτικοί εργάζονται σε ένα δυσμενές περιβάλλον, τα παιδιά μας δεν φορούν μάσκα. Ο γιος μου στα πέντε λεπτά τη μασάει, τη σαλιώνει και μετά τη βγάζει. Σκανάρει το σύμπαν με τα χέρια. Μετά το σχολείο πάει για θεραπείες σε κέντρα με εκπαιδευτές. Είναι πολύ δύσκολο. Εκτιθέμεθα πολλαπλά. Παίζουμε ρώσικη ρουλέτα καθημερινά» επισημαίνει η Μ. Ορφανού.  Όσο για το υπουργείο Παιδείας, δεν παρέχει καμία βοήθεια σε αναλώσιμα. «Στο δικό μας σχολείο συνδράμει ο σύλλογος γονέων για αντισηπτικά και χλωρίνες» λέει. «Ζητάμε να εμβολιαστούν άμεσα οι εκπαιδευτικοί, εμείς και τα παιδιά μας. Ζητάμε να γίνονται μοριακά τεστ». Η ίδια επιλέγει να μην στέλνει το παιδί της σχολείο όταν τα κρούσματα εκτοξεύονται. Ωστόσο, υπάρχουν μονογονεϊκές οικογένειες που δεν έχουν αυτή τη δυνατότητα, γιατί τα σχολεία είναι ανοιχτά και άδειες ειδικού σκοπού δεν δίνονται.

πηγήΆντυ Κουκλάδα