Αστυνομική βία: Αμέτρητες οι ΕΔΕ, μία η ΕΛ.ΑΣ

Από το 2012 και το 2014 η Διεθνής Αμνηστία καταγγέλλει βασανισμούς, φαινόμενα αστυνομικής αυθαιρεσίας και ατιμωρησίας

Σε μια παραδοχή καταλήγουν όσοι ασχολούνται με την αστυνομία: αν δεν υπήρχε η ατιμωρησία, η αστυνομική βία και αυθαιρεσία θα ήταν σαφέστατα πιο περιορισμένη. Ένας φαύλος κύκλος που ξεκινά από τη συγκρότηση της ταυτότητας του αστυνομικού και προχωρά με τη διαμόρφωση της αστυνομικής κουλτούρας, στην οποία ενυπάρχει μια κακώς εννοούμενη συναδελφικότητα που προωθεί την ατιμωρησία και επανατροφοδοτεί τον φαύλο κύκλο αστυνομικής αυθαιρεσίας – ατιμωρησίας. Και κάπως έτσι εξηγούνται οι εξοργιστικές αποστροφές συνδικαλιστών αστυνομικών, ειδικά σχολιάζοντας περιστατικά αστυνομικής αυθαιρεσίας -όπως έγινε και πρόσφατα-, που παρουσιάζονται σαν να μην καταλαβαίνουν καθόλου τον συνταγματικό τους ρόλο και συνάμα αποκαλύπτουν αυτή την αστυνομική κουλτούρα.

Και κάπως έτσι οι αμέτρητες ΕΔΕ αδυνατούν να βρουν πάντα ενόχους. Και κάπως έτσι η Διεθνής Αμνηστία έχει βγάλει δύο εκθέσεις (2012, 2014) με μοναδικό θέμα την αστυνομική βία και ατιμωρησία και έχει συνεχείς αναφορές από το 2007 στις ετήσιες εκθέσεις της ή σε εκκλήσεις της τα τελευταία 15 χρόνια. Γιατί στην πλειοψηφία τους βασίζονται σε μαρτυρίες αστυνομικών, που κανένας τους προφανώς δεν έχει δει κάτι επιβαρυντικό. Αυτό που δυσκολεύει την κατάσταση μπορεί να είναι τα βίντεο και τα φωτογραφικά ντοκουμέντα. Ωστόσο και πάλι νομικές ακροβασίες, απίθανες δικαιολογίες που γίνονται αποδεκτές (το πιστόλι που ήταν γάντια) ή η απροθυμία των αρχών, όπως αποτυπώνεται και στο πόρισμα Αλεβιζάτου ή στις εκθέσεις του Συνηγόρου του Πολίτη, επιτρέπουν στους επίορκους αστυνομικούς να αποδίδονται… αθώοι στην κοινωνία και στην υπηρεσία.

Μόνο την τελευταία εβδομάδα, το αρχηγείο της ΕΛ.ΑΣ. διέταξε, σύμφωνα με τις ανακοινώσεις της τουλάχιστον,δώδεκα ΕΔΕ, με την πλειοψηφία να αφορούν βίντεο – ντοκουμέντα, και ήδη από αυτές δύο τις έχουν τοποθετήσει στο αρχείο, σύμφωνα με διαρροές της αστυνομίας ή ενημερώσεις δικηγόρων.

ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ

Ποιος θυμάται τον βασανισμό των αντιφασιστών στη ΓΑΔΑ;

Πού κατέληξε η δίκη που φέρνει σαν παράδειγμα τώρα ο βουλευτής της Ν.Δ. και διαχρονικά υπερασπιστής αστυνομικών που κατηγορούνται για παράβαση καθήκοντος και κακοποιήσεις, Θ. Πλεύρης

Η επώνυμη καταγγελία του Άρη Παπαζαχαριουδάκη για απαγωγή, απειλές και βασανισμό μέσα στη ΓΑΔΑ μετά τη σύλληψή του την προ-προηγούμενη εβδομάδα για τον τραυματισμό του αστυνομικού στη Ν. Σμύρνη -για τον οποίο τελικά η ανακρίτρια δεν απέδωσε κατηγορίες και αφέθηκε ελεύθερος-, αλλά και η σφοδρή διάψευση του υπουργείου Προστασίας του Πολίτη (μετά την οποία ξεκίνησε έρευνα και το Εσωτερικών Υποθέσεων της ΕΛ.ΑΣ.), έφεραν στη μνήμη την προηγούμενη υπόθεση καταγγελίας βασανισμών αντιφασιστών στη ΓΑΔΑ από αστυνομικούς της ΔΕΛΤΑ, τον Σεπτέμβριο του 2012.

Τότε ο υπουργός Δημόσιας Τάξης Ν. Δένδιας, στην προσπάθεια να διαψεύσει τις καταγγελίες, έλεγε ότι θα μηνύσει τη βρετανική εφημερίδα Guardian για τη δημοσίευση των καταγγελιών. Η μήνυση δεν έγινε ποτέ, άλλωστε, μια εβδομάδα νωρίτερα, ελληνικές εφημερίδες, με την ΑΥΓΗ από τις πρώτες, είχαν παρουσιάσει τις καταγγελίες.

ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ
ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ

Οι παραπάνω φωτογραφίες συνόδευαν τις καταγγελίες που δημοσίευσε η βρετανική εφημερίδα The Guardian το 2012, όπου συνέκρινε τα βασανιστήρια με αυτά στις φυλακές του Άμπου Γκράιμπ.

Το περιστατικό τελικά οδήγησε σε δύο δίκες. Μια δίκη με κατηγορούμενους 21 διαδηλωτές με πλημμεληματικές κατηγορίες, όπως η διατάραξη κοινής ειρήνης, αλλά και για βαριά σκοπούμενη βλάβη εις βάρος δύο μετέπειτα κατηγορουμένων και στη δίκη της Χ.Α. Η δίκη τελείωσε μετά από 7 χρόνια (Δεκέμβριος του 2019) με την αθώωση όλων πλην δύο για διατάραξη κοινής ειρήνης και αντίσταση κατά της αρχής.

Και μια δίκη ακόμα, με κατηγορουμένους 17 συνολικά αστυνομικούς, τελείωσε τον Οκτώβριο του 2019.

Ο τρόπος και η προχειρότητα, αν όχι η απροθυμία, στην παραπομπή των αστυνομικών ουσιαστικά προδιέγραψε την πορεία του κατηγορητηρίου, εξηγεί στην “Α” ο δικηγόρος Χάρης Λαδής που είχε εκπροσωπήσει κάποιους από τους διαδηλωτές.

Η επιεικής αντιμετώπιση των αστυνομικών από το δικαστήριο ξεκίνησε εξ αρχής, με αποδοχή της ένστασης των συνηγόρων υπεράσπισης για ακυρότητα του κλητήριου θεσπίσματος. Και κάπως έτσι οι 16 αστυνομικοί ξεμπερδεύουν με την υπόθεση.

Για τον αστυνομικό όμως, που ήταν ο βασικός κατηγορούμενος, καθώς τον είχαν αναγνωρίσει όλοι, η εξέλιξη ήταν η εξής: η δίωξη παύει, παρότι το δικαστήριο στην απόφασή του περιγράφει και αποδέχεται τις καταγγελίες εις βάρος του κατηγορουμένου αστυνομικού της ΔΕΛΤΑ. Δηλαδή η απόφαση αναφέρεται ρητά σε “κλίμα εκφοβισμού στους προσαχθέντες” από τη στιγμή που φτάνουν οι άνδρες της ΔΕΛΤΑ να καταθέσουν, με τους τελευταίους να απευθύνουν απειλητικές φράσεις όπως “τώρα είστε δικοί μας, θα σας θάψουμε, όπως στο Γράμμο και στο Βίτσι” και με σεξιστικά σχόλια εναντίον των γυναικών. Μιλά για τον βασικό κατηγορούμενο, που κατά προτεραιότητα καταθέτει γιατί έχει γυψονάρθηκα στο χέρι, αλλά δεν αποχωρεί μετά την κατάθεσή του, εκμεταλλεύεται το κλίμα εκφοβισμού που είχαν δημιουργήσει οι συνάδελφοί και για περίπου ένα δίωρο “περνούσε από μπροστά τους, απευθύνοντάς τους υβριστικές εκφράσεις, έριχνε στάχτες από το τσιγάρο που κάπνιζε πάνω τους, έφτυνε αρκετούς από αυτούς και όταν έβλεπε ότι κάποιος έκλεινε τα μάτια του ή εξακολουθούσε να διατηρεί την ψυχραιμία του, τον πατούσε στα κάτω άκρα του, ενώ επιδεικνύοντας το τραυματισμένο χέρι του, με έντονο θυμό, χαστούκισε αδιάκριτα και χωρίς να προκληθεί αρκετούς από τους προσαχθέντες. Απέναντι στις προσαχθείσες γυναίκες εκδήλωσε σεξιστική συμπεριφορά, εξυβρίζοντάς τες με τη φράση ‘θα σας γαμήσω’”.

Για το δικαστήριο όλα αυτά δεν εμπίπτουν στα βασανιστήρια, γιατί το αδίκημα στοιχειοθετείται εις βάρος ατόμων που έχουν την ευθύνη της φύλαξης ή της ανάκρισης κρατούμενων, κάτι που δεν ίσχυε για τους αστυνομικούς της ΔΕΛΤΑ εκείνο το βράδυ, όπως αναφέρει η απόφαση, που σημειώνει ότι πρόκειται για έργω και λόγω εξύβριση (!), δίωξη όμως που παραγράφεται λόγω των αλλαγών του Ποινικού Κώδικα.

ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ

Ο αστυνομικός που θα μιλήσει απομονώνεται

Για τον τρόπο που συγκροτείται η ταυτότητα του αστυνομικού από τη σχολή και πώς αυτή διαμορφώνει τις αντιλήψεις του, αλλά και τι συνέπειες έχει στο αστυνομικό έργο, στην ατιμωρησία, στον συνδικαλισμό αλλά και στην ανάγκη για αλλαγή, η ΑΥΓΗ της Κυριακής μίλησε με τον Στάθη Κοντό, αντιπρόσωπο της Ένωσης Αστυνομικών Υπαλλήλων Αθηνών στην ΠΟΑΣΥ, μέλος της συνδικαλιστικής παράταξης ΔΕΚΑ, Msc στην Κοινωνική Ψυχολογία – Επίλυση Συγκρούσεων.

“Και η ατιμωρησία και η συμπεριφορά απέναντι στην ατιμωρησία αλλά και η ανοχή σε συμπεριφορές αυθαιρεσίας και παραβατικότητας δομείται με βάση την ενδο-ομαδική εύνοια και την εξω-ομαδική διάκριση. Πώς συμβαίνει αυτό; Από τη στιγμή που ο αστυνομικός εισάγεται στην αστυνομία, στα 18 του, το κύριο βάρος της εκπαίδευσης βρίσκεται στη δόμηση μιας ταυτότητας. Η διαδικασία αυτή λαμβάνει χώρα σε ένα περιβάλλον με κυρίαρχες αντιλήψεις τον συντηρητισμό, την παραδοσιοκρατία και τον δεξιόστροφο αυταρχισό. Μια ταυτότητας θωρακισμένης, διαφοροποιημένης από τον πολίτη, βασισμένης σε μια εχθρότητα προς την εξω-ομάδα, που προσλαμβάνεται ως οιονεί απειλή. Ουσιαστικά δημιουργείται ένα δίπολο, αστυνομικός – πολίτης. Από τη στιγμή δε που υπάρχει το πρόβλημα της ενδο-ομαδικής εύνοιας και της εξω-ομαδικής διάκρισης, ο έλεγχος από τον ίδιο τον οργανισμό δεν μπορεί να είναι αποτελεσματικός, αυτό λειτουργεί αυτόματα”, μας εξηγεί ο Στάθης Κοντός.

Μια διακριτή ταυτότητα, που διαμορφώνεται με την απομόνωση από τον κοινωνικό ιστό, τον στρατωνισμό, τη στρατιωτικοποίηση, την καταπίεση της προσωπικότητας, την πλήρη αδιαφορία για τις ψυχοκοινωνικές ανάγκες του δοκίμου και του αστυνομικού στη συνέχεια, εξηγεί και σημειώνει ότι ως παράταξη ζητούν την κατάργηση του στρατωνισμού, η οποία είχε εφαρμοστεί αλλά η νέα ηγεσία τον επανέφερε αμέσως. “Σαν παράταξη έχουμε επεξεργαστεί προτάσεις εκδημοκρατισμού και θα τις επικοινωνήσουμε το αμέσως επόμενο διάστημα”, τονίζει.

Όπως μας αναλύει, η αστυνομία λειτουργεί σαν οικογένεια, αναλαμβάνει τη διατροφή, τη στέγη, την έξοδο, την εμφάνιση, αλλά συνάμα λειτουργεί σαν μια κακοποιητική οικογένεια. “Είναι δραματική η αδιαφορία της φυσικής και πολιτικής ηγεσίας, τις περισσότερες φορές, προς τις ψυχοκοινωνικές ανάγκες του προσωπικού. Δηλαδή δομούνται άνθρωποι που δεν μπορούν να ικανοποιήσουν τις ανάγκες τους, σκεφτείτε ότι μπορεί να μάθεις ότι δουλεύεις στις 11 το βράδυ και αυτό για πολλά χρόνια να είναι η ζωή σου”.

Η ανάπτυξη της αστυνομικής κουλτούρας ξεκινά από τη σχολή, κατά τον Στ. Κοντό. “Δομείται μια αντίληψη κατά την οποία ο αστυνομικός δεν είναι ένας κρίκος στην αλυσίδα της έννομης τάξης αλλά είναι η ίδια η έννομη τάξη. Δηλαδή ο δικηγόρος είναι αντίπαλος, ο πολίτης το ίδιο. Θυμάμαι τον εαυτό μου όταν πρωτοβγήκα, είχα βγει με φόβο απέναντι στις εξω-ομάδες, στους άλλους κρίκους της έννομης τάξης”, επισημαίνει.

Για το ποιες είναι οι αντιδράσεις ή τι συμβαίνει όταν ένας αστυνομικός βρίσκεται ενώπιον παραβιάσεων ακόμα και από τους ίδιους τους αστυνομικούς, ο Στ. Κοντός απαντά πως “σε πολλές περιπτώσεις αναπτύσσεται κυνισμός και αναλγησία σαν μηχανισμός άμυνας, επαγγελματική εξουθένωση”, προσθέτοντας ότι λειτουργούν και άλλοι “μηχανισμοί, του μαύρου προβάτου, για παράδειγμα. Αν κάποιος αρθρώσει λόγο διαφορετικό ή πάει να καταγγείλει, δεν έχει απέναντί του τον συνάδελφο που κατήγγειλε αλλά συμβολικά έναν πανίσχυρο οργανισμό. Οπότε αυτό που επιλέγουν οι περισσότεροι είναι η σιωπή”.

Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα αναφέρει περίπτωση αστυνομικού που έστειλε συνάδελφό του στο αυτόφωρο για κακοποίηση και για δύο μήνες “δεν μπορούσε να σταθεί στο τμήμα”. “Οι συνάδελφοι δεν σου μιλάνε, ο διοικητής σε νουθετεί ή σου υποδεικνύει ότι θα μπορούσες να το χειριστείς διαφορετικά, ότι δεν έπρεπε να φτάσει μέχρι εκεί. Σκέψου ότι μιλάμε για έναν άνθρωπο που τον έχεις απομονώσει από το κοινωνικό του περιβάλλον και οι απαιτήσεις της δουλειάς είναι τέτοιες που δύσκολα επανα-κοινωνικοποιείται. Έχεις έναν άνθρωπο που όλη του η ζωή είναι η αστυνομία και αν πάει σε αυτό κόντρα, χάνει τους φίλους, τους συνεργάτες του, βγαίνει εκτός οικογένειας”, περιγράφει.

Εξετάζοντας πώς λειτουργεί ο συνδικαλισμός σε αυτό το σχήμα της “κακοποιητικής οικογένειας”, ο συνδικαλιστής αστυνομικός υπογραμμίζει ότι υπάρχει αντίκτυπος. “Δεν χειραφετείται, είναι καταδικασμένος να επαιτεί, χαϊδεύοντας και συνδυαλασσόμενος με την εξουσία, οπότε κλείνει το μάτι, δεν αντιπαρατίθεται και σε κυβερνήσεις που χαϊδεύουν αυτά τα ανακλαστικά και, δυστυχώς, οι όποιες διεκδικήσεις μένουν στο ποταπό… στο μόνο που μπορεί να προσφέρει τελικά ένας τέτοιου είδους συνδικαλισμός στον συνάδελφο είναι τα ψίχουλα της μη τιμωρίας, μιας ψευδαίσθησης εξουσίας με οδυνηρές συνέπειες προς όλους”.

Τέλος, ο Στ. Κοντός απευθύνει έκκληση προς τους συνδικαλιστές της αστυνομίας που προβάλλονται στα ΜΜΕ “να μην μας στοχοποιούν με τη συμπεριφορά τους και να μας θέτουν απέναντι σε εργαζόμενους και κοινωνικές διεκδικήσεις, να μην παίζουν και αυτοί στον ρόλο της απομόνωσης και περιχαράκωσης και μην μας φέρνουν σε θέση επαίτη και κολαούζου της εκάστοτε εξουσίας”.

ΠΗΓΗΈλλη Ζώτου