Περιμένοντας τον Γκοντό στην… Εκπαίδευση

Ελισσάβετ Μαυρομανωλάκη

Ο Σάμιουελ Μπέκετ θα μπορούσε κάλλιστα να είχε εμπνευστεί το γνωστό έργο του από το «θέατρο του παραλόγου» που βιώνουμε στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα

Διαχρονική η ανάγκη των ανθρώπων να περιμένουν μαγικές λύσεις, διαχρονική και η εξαπάτηση τέτοιων σκέψεων. Στον απόηχο της επικαιρότητας που θέτει το «παιδί» στο επίκεντρο, η κυβέρνηση βάζει την «παιδεία» στο μεταρρυθμιστικό φως, επιχειρώντας να εφαρμόσει για πρώτη φορά μετά τη μεταπολίτευση ένα σύστημα αξιολόγησης, ώστε η αριστεία και η δημοκρατία να εισβάλλουν στους εκπαιδευτικούς χώρους, έστω και με τη βία.

Στο πλαίσιο αυτό, η Υπουργός Παιδείας ζητά από τους εκπαιδευτικούς –υπενθυμίζοντας την υπηρεσιακή τους υποχρέωση- να τηρήσουν τις αποφάσεις της με θρησκευτική ευλάβεια, ενώ οι εκπαιδευτικοί ζητούν, μέσω της νόμιμης αποχής τους, να πειστούν για τις δημοκρατικές προθέσεις του νομοσχεδίου που υπόσχεται βελτίωση του εκπαιδευτικού τους έργου.

Εδώ, ακριβώς, εντοπίζεται το κενό συνεννόησης. Αγνοείται τόσο προκλητικά η μετάβαση από την εποχή του επιθεωρητισμού (ορόσημο απολυταρχικών εκπαιδευτικών πρακτικών) στο σήμερα, σαν η μεταπολίτευση και το άρωμα δημοκρατίας που αυτή έφερε να έχει ξεθυμάνει και να μην «αρωματίζει» τις αλλαγές που επιχειρούνται.

Ποιος φοβάται τη Δημοκρατία; 

Η Δημοκρατία δεν εκφοβίζεται. Ευτελίζεται, όμως, ως έννοια σε πολιτικά στόματα ανάξιων εκπροσώπων. Προβληματισμένοι οι Εκπαιδευτικοί παρατηρούμε τα πρόσφατα δείγματα εισόδου της Δημοκρατίας στα δημόσια πανεπιστήμια με περιστατικά αστυνομικής βίας και επεισοδίων.

Την ίδια στιγμή που η συνολική χρηματοδότηση για την έρευνα των πανεπιστημίων ανέρχεται στα 91,6 εκατομμύρια ευρώ για το 2020 και το ετήσιο κόστος πρόσληψης 1000 αστυνομικών πανεπιστημίων στα 30 εκατομμύρια ευρώ, τα Ελληνικά Δημόσια Πανεπιστήμια σύμφωνα με την webometrics κατατάσσονται σε υψηλές θέσεις στην παγκόσμια κλίμακα.

Πιο συγκεκριμένα, σε παγκόσμια κλίμακα το ΕΚΠΑ βρίσκεται στην 181η θέση, το ΑΠΘ στην 206η, το ΕΜΠ στην 331η, το Πανεπιστήμιο Πατρών στην  536η και το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων στην 584η. Αντίθετα, το καλύτερο ιδιωτικό κολλέγιο της χώρας, το Deree (American College of Greece), απολαμβάνει την 2.816η θέση παγκοσμίως, με μεγάλη διαφορά από το τελευταίο ελληνικό δημόσιο Πανεπιστήμιο.

Ταυτόχρονα, το τελευταίο εκπαιδευτικό νομοσχέδιο αποφάσισε την ισοτιμία των τίτλων σπουδών των ελληνικών δημόσιων πανεπιστημίων με τους τίτλους σπουδών των ιδιωτικών κολλεγίων, θέτοντας ως βασικό επιχείρημα την αριστεία τους, ενώ εκ καιρώ πανδημίας αποφασίστηκε η μείωση του αριθμού των εισακτέων στα δημόσια πανεπιστημιακά ιδρύματα.

Τέλος, αξίζει εδώ να σημειωθεί ότι η κυβερνητική επιλογή για εναρμόνιση με βέλτιστες πρακτικές του εξωτερικού έδωσαν νομιμοποιητικό χαρακτήρα στην αναγκαιότητα ίδρυσης της πανεπιστημιακής αστυνομίας, γεγονός που ανάγκασε το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης να εκφράσει δημοσίως την ανησυχία του για τέτοιες αυταρχικές αποφάσεις στην Ελλάδα και να διαχωρίσει τη θέση του, μιας και τα κυβερνητικά χείλη το είχαν χρησιμοποιήσει ως πανεπιστήμιο αναφοράς.

Αξίζει εδώ να θυμηθούμε ότι αν η κυβέρνηση τασσόταν διαχρονικά υπέρ της φύλαξης (κι όχι της αστυνόμευσης) των πανεπιστημίων, δεν θα είχαν απολυθεί το 2013 περίπου 1200 security πανεπιστημίων.

Με μεταρρυθμιστική ρητορική που ξεκίνησε από την τριτοβάθμια εκπαίδευση, οι Εκπαιδευτικοί Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης εκφράζουν σοβαρές επιφυλάξεις για την εκπαιδευτική συνέχεια του ψηφισμένου νομοσχεδίου.

Επικρατεί η ανασφάλεια μην τυχόν η μέτρηση της εκπαιδευτικής πραγματικότητας αποκτήσει το μέγεθος των μασκών προστασίας που μοιράστηκαν στα σχολεία και οι εκπαιδευτικές αλλαγές δε λάβουν υπόψη τις πραγματικές ανάγκες των σχολείων, αλλά λειτουργήσουν αποκλειστικά στο βωμό της επικράτησης μιας λογικής αγοράς στο δημόσιο αγαθό της παιδείας.

Η Δημοκρατία αναδεικνύεται και εκφράζεται από πλειοψηφίες. Οι πλειοψηφίες στα σχολεία (Σύλλογοι Διδασκόντων και Διευθυντές) στοχοποιούνται και εκφοβίζονται με υπηρεσιακές κυρώσεις, ώστε να ακυρώσουν τη νόμιμη αντίδρασή τους μέσω αποχής, αντίδραση που δείχνει να κυμαίνεται σε ιδιαίτερα υψηλά ποσοστά πανελλαδικά.

Συγχρόνως, στα υπηρεσιακά συμβούλια των Εκπαιδευτικών βρίσκονται διορισμένα μέλη από το Υπουργείο και όχι εκλεγμένοι εκπρόσωποι πλειοψηφίας μέσα από δημοκρατικές εκλογές, ενώ οι επίσημες συνδικαλιστικές οργανώσεις (ΔΟΕ, ΟΛΜΕ) έχουν τοποθετηθεί επίσημα για την παντελή απουσία διαλόγου –ούτε καν προσχηματικού- με την πολιτική ηγεσία.

Οι Εκπαιδευτικοί αντιδρούν προσπαθώντας να υπερασπιστούν το δημόσιο χαρακτήρα των σχολείων, καθώς το νομοθετικό πλαίσιο δεν είναι ξεκάθαρο ως προς τους σκοπούς, την αξιοκρατία, την αντικειμενικότητα και τον δημοκρατικό τρόπο εφαρμογής του, ούτε διασφαλίζει κεκτημένα κοινωνικά δικαιώματα με φόντο την αξία της εκπαίδευσης.

Μπροστά σε αυτά τα αντανακλαστικά των Εκπαιδευτικών, η ηγεσία του Υπουργείου παρατείνει προθεσμίες και καλεί σε εκ των υστέρων συζητήσεις με εκπροσώπους των εκπαιδευτικών.

Ποιος φοβάται την αξιολόγηση; 

Σε αυτό που αμφότεροι συμφωνούμε, είναι ότι επιθυμούμε τη βελτίωση του εκπαιδευτικού έργου και της εκπαίδευσης ως σύστημα, γενικότερα. Το πρόβλημα, όμως,  με κάθε αλλαγή είναι ότι δεν προεξοφλεί τη βελτίωση ως αποτέλεσμα.

Έτσι, κάθε επιχειρούμενη αλλαγή προϋποθέτει μια σχέση εμπιστοσύνης ανάμεσα στους πολιτικούς ηγέτες και τους εκπαιδευτικούς που θα κληθούν να εφαρμόσουν τις αφαιρετικές ιδέες των πρώτων στην εκπαιδευτική πράξη.

Αυτό που έχει καταφέρει, όμως, η Υπουργός είναι να συσπειρώσει απέναντί της σύσσωμη την εκπαιδευτική κοινότητα, ακόμα κι όσους τάσσονται υπέρ της αξιολόγησης ως διαδικασία.

Υπάρχει έντονη δυσπιστία για το ιδεολογικό, αξιακό, αξιοκρατικό και εφαρμοστικό υπόβαθρο και τον βελτιωτικό χαρακτήρα της συγκεκριμένης μορφής αξιολόγησης. Αυτό επισημαίνεται και από αρμόδιους φορείς και πρόσωπα (ΔΟΕ, ΟΛΜΕ, Εκπαιδευτικοί, Συντονιστές Εκπαιδευτικού Έργου), καθώς πέρα από όμορφες επικοινωνιακά λέξεις απουσιάζει η ρεαλιστική εκδοχή για το δημοκρατικό πεδίο εφαρμογής της.

Ως Εκπαιδευτικοί έχουμε επισημάνει την αξία της Αυτοαξιολόγησης της Σχολικής μονάδας μέσα από συνεργατικές πρακτικές και επιστημονικά τεκμηριωμένες μεθόδους, όπως αυτές έχουν ερευνηθεί και καταγραφεί σε σοβαρές ευρωπαϊκές χώρες που διαθέτουν κουλτούρα αξιολόγησης, εκπαιδευτική έρευνα να την υποστηρίζει και θεσμικές διαδικασίες που να πιστοποιούν έγκυρα και αξιόπιστα αποτελέσματα, στη βάση της επαγγελματικής ανάπτυξης των Εκπαιδευτικών και στη σύνδεση αυτών με τα μαθησιακά αποτελέσματα.

Μάλιστα, ενώ η σύγχρονη εκπαιδευτική έρευνα τονίζει τη σημασία του κοινού οράματος, τη συμμετοχικότητα στη λήψη αποφάσεων και την ανάγκη για περισσότερη δημοκρατία στους εκπαιδευτικούς οργανισμούς, η συγκεκριμένη εκπαιδευτική πολιτική παρουσιάζει οπισθοδρομικά αντανακλαστικά σε σχέση  με την επικρατούσα παγκόσμια εκπαιδευτική σκέψη.

Δυστυχώς, στη χώρα μας ιδιαίτερα από την μνημονιακή εποχή και έπειτα, το εκπαιδευτικό σύστημα «απολαμβάνει» μια συνεχή υποβάθμιση και απαξίωση με διαχρονικές πολιτικές ευθύνες.

Διαθέτουμε μια εκπαίδευση που στηρίζεται από εκπαιδευτικούς χωρίς παιδαγωγικά και εργασιακά δικαιώματα (πχ καθεστώς αναπληρωτών), που συνεχώς υποχρηματοδοτείται, με σχολικά κτίρια ακατάλληλα και με ένα αναχρονιστικό πλαίσιο λειτουργίας που δεν εξυπηρετεί σύγχρονες ανάγκες.

Κάπως έτσι στρώνεται ο δρόμος για την ιδιωτικοποίηση της δημόσιας εκπαίδευσης ή/και την εισαγωγή voucher σε αυτά, που σε αρκετές νεοφιλελεύθερες χώρες (πχ Αγγλία, Αμερική) ήδη έχει γίνει κάτι αντίστοιχο, με αποκορύφωμα αρκετά σχολεία να λειτουργούν ως επιχειρήσεις, ενώ έχουν καταγραφεί εμπορικές πρακτικές για προσέλκυση πελατών/ μαθητών (πχ απομάκρυνση παιδιών με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες, διάχυτος ταξικός κοινωνικός διαχωρισμός, αμφιβόλου επιλογή εκπαιδευτικού προσωπικού χωρίς πτυχίο και πιστοποιήσεις για μείωση κόστους κλπ) που μόνο παιδαγωγική χροιά δεν προσδίδουν.

Ποιος φοβάται τη Virginia Woοlf; 

Υπάρχει κάτι, όμως, που συμφωνούμε απόλυτα με την Υπουργό. Είναι βαθιά πολιτικό ζήτημα το πώς διαμορφώνεται το εκπαιδευτικό τοπίο.

Έχει ιδεολογικό υπόβαθρο η κατάργηση συλλογικών διαδικασιών στην ανάδειξη προσώπων με πρόσχημα κάποια αόριστη αριστεία. Συμφωνούμε ότι σε εποχές κρίσεων, όπως η πανδημία, μεθοδεύονται πιο εύκολα ριζοσπαστικές αλλαγές.

Στο πρόσωπο της Υπουργού πιστοποιείται η επικράτηση του οικονομικού παραδείγματος στο δημόσιο σχολείο και η εισαγωγή νεοφιλελεύθερων πρακτικών σε αυτά.

Γιατί έτσι προετοιμάζουμε τα παιδιά μας για μια κοινωνία που το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό, που αυτός που κατέχει χρήμα και εξουσία αυτόματα έχει δυνατότητα πρόσβασης σε ό,τι θελήσει -ανεξάρτητα από την αντικειμενική ικανότητα- και γίνεται σαφές πως όλα έχουν μια τιμή προς πώληση. Και ο πελάτης έχει πάντα δίκιο. Στο κόμμα, στην κοινωνία, στο σχολείο.

Τρίτο κουδούνι. 

Ας μου συγχωρήσετε τους θεατρικούς υπαινιγμούς στο παραπάνω κείμενο, αλλά είναι αποτέλεσμα χρόνιας επιθυμίας του εκπαιδευτικού κλάδου για μια βαθιά σύνδεση της Εκπαίδευσης με την Τέχνη και τον Πολιτισμό, όπως είχε οραματιστεί μέσα από εκπαιδευτικά προγράμματα η Μελίνα Μερκούρη.

Δυστυχώς, τώρα βρισκόμαστε μπροστά σε αυτό τον φόβο. Μην τυχόν συνδεθεί η Εκπαίδευση με την Τέχνη και τον Πολιτισμό, με τρόπους όπως σκανδαλωδώς αποκαλύπτει η επικαιρότητα. Ως Εκπαιδευτικοί θα περιμένουμε τον Γκοντό. Ιδεολογικά σε όλες τις βαθμίδες εκπαίδευσης είμαστε προσανατολισμένοι σε ευγενείς αξίες Δημοκρατίας, Ανθρωπισμού και Συνέργειας.

Θα τον περιμένουμε.

Κι ας μην έρθει ποτέ.

Κι ας μας εξαπατήσει.

Θα τον περιμένουμε, γιατί θεωρούμε πως υπάρχει.

Παραπομπές

https://www.webometrics.info/en/Europe/Greece%20

https://www.alfavita.gr/ekpaideysi/342410_didaskontes-panepistimioy-oxfordis-den-ehoyme-panepistimiaki-astynomia

* Μαυρομανωλάκη Ελισσάβετ 

πηγή: