Εισήγηση της Α. Παπαλεξίου επικεφαλής της ΠΑΕΚ στο Γενικό Συμβούλιο της ΟΣΥΑΠΕ

Πραγματοποιήθηκε στις 5/1/2021 το Γενικό Συμβούλιο της ΟΣΥΑΠΕ με τηλεδιάσκεψη.Η τοποθέτηση της επικεφαλής της ΠΑΕΚ Α. Παπαλεξίου επί του σχεδίου της εισήγησης και του διεκδικητικού πλαισίου ήταν η εξής:

Συνάδελφοι, στην παρούσα συγκυρία, όπου ο φόβος για το μέλλον και την υγεία μας μας έχουν κατά κάποιο τρόπο σιγάσει, το ζητούμενο είναι να κινητοποιηθούμε και να κινητοποιήσουμε. Να ενημερώσουμε, αλλά και να ενημερωθούμε για τα προβλήματα των συναδέλφων μας, να ευαισθητοποιήσουμε, να δώσουμε ελπίδα και λύσεις.

Η εισήγηση, όπως παρουσιάστηκε μας βρίσκει σύμφωνους. Όντως, όσο “μέναμε σπίτι”, η κυβέρνηση νομοθετούσε πώς θα μας”πάρουν το σπίτι”και μαζί περνούσε μια σειρά νομοθετήματα που τσάκισαν εργασιακά δικαιώματα, αξιοκρατία, ασφάλιση και συνταξιοδότηση. Δεν μας παραχώρησε τίποτα και ότι απέμεινε, το αχρήστευσε.

Άφησε εμάς εκτεθειμένους απέναντι σε ένα τσακισμένο ΕΣΥ,και το ΕΣΥ αθωράκιστο απέναντι στην πανδημία και τις απαιτήσεις της, επίτηδες και με σκοπό το μελλοντικό ξεπούλημά του !

Κι ότι ενοχλεί και ξεσηκώνει αντίδραση, αλλά και ότι δεν κάνει ως μέτρα πρόληψης για την πανδημία(πχ tests), το αντικαθιστά με καταστολή.

Στις Περιφέρειες, τίποτα δεν άλλαξε ή άλλαξε προς το χειρότερο.

Δεν έγιναν προσλήψεις προσωπικού κι ούτε φαίνεται πως θα γίνουν.

Δεν έγιναν κρίσεις.

Δε δόθηκαν ελεγκτικά επιδόματα.

Δεν έγινε καν η αποτίμηση των ΜΑΠ που δε δόθηκαν τις προηγούμενες χρονιάς κι ας υπάρχει αντίστοιχη νομοθεσία.

Μειώνονται περαιτέρω οι ΚΑΠ, κι αυτό μπορεί να έχει επιπτώσεις που θα μετακυληθούν στους εργαζόμενους. Συνεχίζεται το μπάχαλο με τους ΟΕΥ.

Οι αναπτυξιακοί Οργανισμοί προχωρούν ταχέως(να και κάτι που προχωρά γρήγορα).Πρέπει να ενώσουμε τη φωνή και τις ενέργειές μας με τις άλλες 6 Ομοσπονδίες στηρίζοντας αγωνιστικές κινητοποιήσεις ώστε να το αντιμετωπίσουμε.

Η έκθεση Πισαρίδη θα πλήξει περαιτέρω το ασφαλιστικό και συνταξιοδοτικό μας σύστημα , αλλά και τους μισθούς μας.

Συμφωνούμε με το Διεκδικητικό πλαίσιο ζητώντας να ληφθούν υπόψη οι παρακάτω εισηγήσεις μας και με τη διαφοροποίηση,αντί να ζητάμε μονιμοποίηση όλων των συμβασιούχων, όπως αναφέρει η εισήγηση, η θέση μας είναι “Μετατροπή όλων των επισφαλών θέσεων εργασίες σε μόνιμες”

Και οι αναλυτικές εισηγήσεις της παράταξης εδώ:

Α)Τηλεργασία στο Δημόσιο.

Η τηλεργασία εφαρμόζεται ήδη περί τους δέκα μήνες, χωρίς καμμία ειδική νομοθετική ρύθμιση να τη διέπει, παρά μόνο μία πρόσφατη αναφορά στη Βίβλο για τον ψηφιακό μετασχηματισμό 2021-2025.

Από τα πολλά κι ενδιαφέροντα που πρέπει να μας απασχολήσουν, σε αυτή παραθέτουμε για ενημέρωσή σας το άρθρο 9.8., που πραγματεύεται την τηλεργασία στο Δημόσιο:

...Παράλληλα, η δυνατότητα εφαρμογής της τηλεργασίας, δηλαδή της παροχής εξ αποστάσεως εργασίας στη Δημόσια Διοίκηση, κρίνεται ότι είναι πλέον αρκετά ώριμη για να εφαρμοστεί,κατά αντιστοιχία με τον ιδιωτικό τομέα. Η τηλεργασία ως έργο για τη διαμόρφωση του κατάλληλου θεσμικού πλαισίου θα συμβάλει στην ανταπόκριση του Δημόσιου Τομέα στις σύγχρονες οικονομικές και κοινωνικές προκλήσεις ικανοποιώντας επιχειρησιακές, ατομικές και κοινωνικές ανάγκες. Η τηλεργασία συνδέεται με τις σύγχρονες τάσεις αύξησης της ευελιξίας των παρεχόμενων υπηρεσιών και τη ραγδαία ανάπτυξη των τεχνολογιών πληροφορικής και επικοινωνίας, επιδρώντας καταλυτικά στο επίπεδο των εργασιακών σχέσεων, της οικονομίας και της κοινωνίας. Ειδικότερα στο πλαίσιο των επειγόντων μέτρων για τον περιορισμό της διασποράς του κορονοϊού (covid-19)[1],ο δημόσιος τομέας υιοθέτησε για τη διάρκεια της υγειονομικής κρίσης, την παροχή εξ αποστάσεως εργασίας. Στην περίπτωση αυτή, οι δημόσιοι φορείς διαμορφώνοντας το πλάνο εργασιών έκτακτης ανάγκης δύνανται να εκτιμήσουν τον αριθμό των υπηρετούντων υπαλλήλων, που μπορούν να εργαστούν εξ αποστάσεως. Σε αυτή την κατεύθυνση βασικός καταλύτης είναι η υπηρεσία τηλεδιάσκεψης ePresence[2] και τα ψηφιακά εργαλεία που παρέχονται από το Υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης.

Η απορρύθμιση της εργασίας, μέσω της τηλεργασίας, είναι ραγδαία και τα νομικά κενά, δημιουργούν νέα πεδία εκμετάλλευσης των εργαζομένων.

Αν και η εξ αποστάσεως εργασία, δεν είναι ξένη προς την ελληνική έννομη τάξη, η αλήθεια είναι ότι, λόγω της μερικής εφαρμογής της μέχρι σήμερα, στο εργατικό δυναμικό της χώρας, τα νομικά κενά, δεν είχαν αναδειχθεί, όσο θα έπρεπε, τα τελευταία χρόνια.

Με την έκρηξη όμως, των ηλεκτρονικών εφαρμογών και κυρίως, μετά την πανδημία, τα πράγματά έχουν αλλάξει δραματικά.

Αξίζει να σημειωθεί ότι, προ κορονοϊού, μόνο το 5% των εργαζομένων στην Ελλάδα δούλευε από απόσταση, όταν το αντίστοιχο ποσοστό στη Δανία, ξεπερνούσε το 20%.Τα μεγέθη όμως, πλέον, έχουν αλλάξει και με βάση τις μελέτες, προκύπτει ότι οι τηλεργαζόμενοι, στη χώρα μας, έχουν τριπλασιαστεί.

Η συνθήκη αυτή, δημιουργεί εκ των πραγμάτων νέες ανάγκες προσαρμογής στη σύγχρονη πραγματικότητα. Μια πραγματικότητα όμως, που δείχνει ότι, «εγκυμονεί» σοβαρούς κινδύνους, για τα δικαιώματα και την προστασία των εργαζομένων.

Ο πρώτος λόγος, μοιραία ανήκει στην Πολιτεία, η οποία μέχρι σήμερα, δεν έχει κατορθώσει να φέρει έστω «μισή» διάταξη στη βουλή, που να αναδεικνύει το θέμα. Από τον Μάρτιο και την περίοδο του Lockdown μέχρι και σήμερα, η μοναδική μέριμνα του αρμόδιου Υπουργείου, εξαντλείται στο να παρατείνει, το μονομερές δικαίωμα του εργοδότη, να θέτει τον εργαζόμενο σε καθεστώς τηλεργασίας, στα πλαίσια του διευθυντικού δικαιώματος. Αυτή η πρακτική, έχει οδηγήσει και σε μια απίστευτη στρέβλωση στην αγορά εργασίας, με αποτέλεσμα ο εργαζόμενος, να είναι συνεχώς σε ένα καθεστώς «on call»(συνεχή διαθεσιμότητα).

Χιλιάδες εργαζόμενοι στερούνται του «δικαιώματος στην αποσύνδεση» με αποτέλεσμα να λαμβάνουν emails και τηλέφωνα ακόμα και μεταμεσονύκτιες ώρες, να εργάζονται ακόμα και 30% περισσότερο σε σχέση με το προηγούμενο κανονικό καθεστώς(άνευ υπερωριακής αμοιβής), να μην λαμβάνουν άδειες, επιδόματα και να αδυνατούν να διαχωρίσουν την επαγγελματική τους, από την οικογενειακή ζωή.

Η κυβέρνηση φέρει τεράστιες ευθύνες για την αδιαφορία αυτή, σε σημείο, που εύλογα να υποθέτει κανείς ότι, στοχευμένα, επέλεξε καθεστώς μη ρύθμισης, «κλείνοντας το μάτι», στην εργοδοτική αυθαιρεσία.

Γιατί πως αλλιώς μπορεί να εξηγήσει κανείς ότι, ενώ από τον Ιούλιο, υπάρχει έτοιμο το σχετικό νομοσχέδιο(το οποίο μάλιστα στις βασικές του ρυθμίσεις, έχει διαρρεύσει στον τύπο από τότε),αυτό δεν έρχεται στη βουλή;

Πολύ καθυστερημένα, ο αρμόδιος υπουργός Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, πρόσφατα δήλωσε ότι, πιθανότατα το νομοσχέδιο θα έρθει στη βουλή, με καθυστέρηση, δηλαδή, πολλών μηνών.

Τα προβλήματα που κάνουν αναγκαία τη νομοθετική παρέμβαση;

1.Το πρόβλημα ορισμού, της τηλεργασίας. (ωράριο, αμοιβές, άδειες, επιδόματα, ατυχήματα κλπ).

2.Η υποχρεωτική συμφωνία και των δύο μερών (επιχείρηση – εργαζόμενος) στην μετατροπή της εργασιακής σχέσης, σε εργασία από απόσταση και η ακυρότητα απόλυσης, που γίνεται λόγω μη συμφωνίας του μισθωτού, στην μετατροπή της σύμβασης.3.3.

3.Το «δικαίωμα στην αποσύνδεση», δεν υπάρχει κατοχυρωμένο στην ελληνική έννομη τάξη, ρητά. Πρέπει να σημειωθεί ότι, δεν πρόκειται για ένα νέο «δικαίωμα», αλλά μάλλον για μία νέα έκφανση, αφενός του κλασικού δικαιώματος παροχής εργασίας, μόνο εντός του νομίμου/συμβατικού ωραρίου, αφετέρου της υποχρέωσης πρόνοιας του εργοδότη, και συγκεκριμένα της υποχρέωσης προστασίας της υγείας και ασφάλειας του εργαζομένου. Εξειδικεύει, λοιπόν, την προστασία του εργαζομένου, τόσο ως προς τα χρονικά όρια εργασίας του, όσο και ως προς την υποχρέωση πρόνοιας υπέρ του, από μέρους του εργοδότη, διασφαλίζοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τον αμιγή εργασίας χαρακτήρα του, τόσο καθοριστικού, για τη ψυχοσωματική υγεία του εργαζομένου, ελεύθερου χρόνου.

4.Οι επιχειρήσεις μέσω της τηλεργασίας, μειώνουν σε μεγάλο βαθμό το λειτουργικό κόστος με μείωση εξόδων για ενοίκιο, ρεύμα, τηλέφωνο (ακόμη και η παροχή και συντήρηση των συσκευών), internet θέρμανση/ψύξη αλλά και επαρκή εξαερισμό καθαριότητα (κόστος εργασίας και υλικών), φύλαξη, πάρκινγκ για τα στελέχη, έξοδα συντήρησης κτιρίου κλπ. Επίσης προκύπτει μείωση του real estate κόστους της εταιρείας, δηλαδή του συνολικού χώρου γραφείων, που καταλαμβάνει η εταιρεία. Τα λειτουργικά κόστη υπολογίζονται τουλάχιστον 10%, επί του μικτού μισθοδοτικού κόστους, του εκάστοτε εργαζομένου.

Με την τηλεργασία τα έξοδα αυτά, σε μεγάλο βαθμό, επιβαρύνουν τον εργαζόμενο, μεταφέροντας στην ουσία μέρος του λειτουργικού κόστους της επιχείρησης, στους εργαζόμενους. Για τους λόγους αυτούς, πρέπει να είναι ξεκάθαρη η υποχρέωση χορήγησης του συνόλου των απαραίτητων μέσων για τηλεργασία από τον εργοδότη. Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η πρόταση, για καταβολή επιδόματος τηλεργασίας, που θα καλύπτει το σύνολο των λειτουργικών εξόδων, που επιβαρύνονται οι εργαζόμενοι, μέσω τηλεργασίας.

5.Τέλος ρυθμίσεις, που θα προστατεύουν τα προσωπικά δεδομένα του εργαζομένου (π.χ. από τη χρήση κάμερας), που θα προβλέπουν την πλήρη εξομοίωση, του εργαζόμενου, που εργάζεται από απόσταση, με τον «συγκρίσιμο εργαζόμενο», που εργάζεται κανονικά εντός της επιχείρησης, που θα καθιστούν τον εργοδότη υπεύθυνο για την προστασία της υγείας και της επαγγελµατικής ασφάλειας του τηλεργαζοµένου, που θα κατοχυρώνουν το δικαίωμα του συνδικαλίζεσθαι επί «ίσοις όροις», είναι μερικά μόνο, από τα βήματα που έχουν καθυστερήσει, με ολέθριες συνέπειες, για την επαγγελματική και οικογενειακή ζωή των εργαζομένων.

Η κυβέρνηση έχει την υποχρέωση να μην «κλείνει τα μάτια», μπροστά στο πρόβλημα.

Άσχετα με το αν συμφωνεί κανείς, ή όχι, με το καθεστώς τηλεργασίας, δεν μπορεί να παραγνωρίσει την νέα πραγματικότητα, που έχει δημιουργηθεί, μετά την πανδημία. Η απορρύθμιση της εργασίας είναι ραγδαία και τα νομικά κενά, δημιουργούν νέα πεδία εκμετάλλευσης των εργαζομένων. Οι παραπάνω προτάσεις είναι τα ελάχιστα βήματα, προκειμένου να διασφαλιστεί η υγεία, η ασφάλεια, η αξιοπρέπεια, τελικά των εργαζομένων, που δουλεύουν εξ αποστάσεως. Η αδιαφορία μεταφράζεται πλέον σε συνειδητή πρόθεση επέκτασης της εργοδοτικής αυθαιρεσίας. Με δεδομένη μάλιστα την κυβερνητική πρόθεση, που ήδη επιχειρεί τη νομοθέτηση 10ωρης εργασίας , ενώ σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες οι κυβερνήσεις μειώνουν το 8ωρο, οι προοπτικές είναι ανησυχητικές…

Β)Αναγνώριση της νόσου covid-19 ως επαγγελματικής ασθένειας ή εργατικού ατυχήματος.

Η Ενωτική Αγωνιστική Εκκίνηση στο δημόσιο κατέθεσε πρόταση στην Εκτελεστική Επιτροπή της ΑΔΕΔΥ για την αναγνώριση της νόσου covid-19 ως επαγγελματικής ασθένειας ή εργατικού ατυχήματος.

Δείτε αναλυτικά την σχετική πρόταση:

Η ελληνική κοινωνία δοκιμάζεται από τη γενική απαγόρευση με αναστολή της κοινωνικής ζωής εξαιτίας της πανδημίας και είναι απροσδιόριστο πότε θα επανέλθουμε στην κανονικότητα. Οι εργαζόμενοι όμως σε διάφορους κλάδους συνεχίζουν να εργάζονται σκληρά για να διατηρήσουν τη λειτουργία κρίσιμων υπηρεσιών για την ικανοποίηση ζωτικών αναγκών της κοινωνίας.  

Η κυβέρνηση της ΝΔ αντιμετωπίζει τον COVID19 μέχρι σήμερα μόνο ως κίνδυνο για την δημόσια υγεία αλλά όχι ως παράγοντα επαγγελματικού κινδύνου από τον οποίο χάνουν τη ζωή τους εργαζόμενοι και εργαζόμενες ενώ παράλληλα έχει  εργαλειοποιήσει την πανδημία για την καταπάτηση ατομικών και εργατικών δικαιωμάτων.

Μέσα στο  lockdown  οι εργαζόμενοι που συνεχίζουν να εργάζονται ώστε να εξυπηρετούνται συγκεκριμένες ανάγκες του κοινωνικού συνόλου εκτίθενται στον θανατηφόρο ιό και αυτοί και τα νοικοκυριά τους. Οι ελλιπείς έλεγχοι, η αδιαφορία των εργοδοτών για τις ελλείψεις σε μέτρα και μέσα προστασίας είναι παράγοντες που αυξάνουν τα κρούσματα COVID19 στους χώρους δουλειάς και ήδη μεγάλος αριθμός εργαζομένων έχει νοσήσει ή έχει χάσει ακόμη και τη ζωή του.

Ήδη από την αρχή της πανδημίας πολλές χώρες-μέλη της ΕΕ αλλά και χώρες εκτός αυτής έχουν λάβει συγκεκριμένα μέτρα και προχώρησαν στην αναγνώριση του COVID19 ως επαγγελματική ασθένεια παρέχοντας ένα πλαίσιο ασφάλειας για τους ανθρώπους της πρώτης γραμμής.

Στη χώρα μας μέχρι σήμερα δεν καταγράφονται και δεν δημοσιοποιούνται επίσημα διαθέσιμα στοιχεία  για αναφορά και καταγραφή περιστατικών COVID19 στους χώρους εργασίας ούτε ως εργατικά ατυχήματα ούτε ως επαγγελματικές ασθένειες παρά το γεγονός ότι ήδη από τον Μάιο του 2020 υπάρχει σχετική πρόβλεψη από τη EUROSTAT.

Εκτός από την πρόσφατη έκδοση του π.δ. 102 (ΦΕΚ 244/Α/7-12-2020) με το οποίο  συμπεριλήφθηκε ο ιός SARS-CoV-2 στον κατάλογο των κινδύνων που διατρέχουν οι εργαζόμενοι λόγω της έκθεσής τους σε βιολογικούς παράγοντες κινδύνου κατά την εργασία τους, δεν έχει αναγνωριστεί η νόσος Covid19 ως επαγγελματική ασθένεια.

Είναι εγκληματικό οι εργαζόμενοι να μην γνωρίζουν ότι αν νοσήσουν από την νόσο Covid19 κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους θα προστατεύονται.

  • Απαιτούμε την αναφορά και την καταγραφή των κρουσμάτων της νόσου που σχετίζονται με την εργασία.
  • Απαιτούμε την  επίσημη αναγνώριση του COVID-19 ως επαγγελματικής  νόσου ή εργατικού ατυχήματος.
  • Απαιτούμε θεσμοθετημένο σύστημα αποζημίωσης για την κάλυψη των θυμάτων της νόσου  COVID-19 που σχετίζεται με την εργασία και τις οικογένειές τους.

Δεν επιτρέπουμε σε κανέναν να παίζει με τις ζωές μας

Φτάνει πια με την ατομική ευθύνη

Η μόνη ατομική μας ευθύνη είναι η συμμετοχή στους συλλογικούς αγώνες και στις συλλογικές διεκδικήσεις

Τι ισχύει σε άλλες χώρες και τι ζητά η EUROSTAT

Η κυβέρνηση δεν έχει καν ξεκινήσει τη σχετική συζήτηση και το υπουργείο Εργασίας σιωπά εκκωφαντικά έως σήμερα, παρότι ήδη, από την πρώτη φάση της πανδημίας, άλλες χώρες – μέλη της Ε.Ε., αλλά και χώρες εκτός αυτής, έχουν προχωρήσει (σε κάποιο βαθμό) στην αναγνώριση της Covid-19 ως επαγγελματικής ασθένειας.

Σταχυολογούμε:

* Η Covid-19 έχει ήδη αναγνωριστεί στο Βέλγιο ως επαγγελματική ασθένεια για τους εργαζόμενους στον τομέα της υγειονομικής περίθαλψης και επεκτάθηκε πλέον σε όσους δραστηριοποιήθηκαν σε έναν από τους κρίσιμους τομείς ή υπηρεσίες κατά τη διάρκεια της καραντίνας, όπως το προσωπικό των καταστημάτων τροφίμων ή η αστυνομία.

Κάθε άτομο που πάσχει από τον Covid 19, «που έχει διαγνωστεί από εργαστηριακό τεστ μπορεί να ζητήσει αποζημίωση για επαγγελματική ασθένεια».

* Το Εθνικό Ινστιτούτο Ασφάλισης Εργατικών Ατυχημάτων της Ιταλίας επιβεβαίωσε ότι οι μολύνσεις ιατρικού, νοσοκομειακού και άλλου προσωπικού της Εθνικής Υπηρεσίας Υγείας (SSN) ή οποιασδήποτε άλλης δημόσιας ή ιδιωτικής υγειονομικής εγκατάστασης θεωρούνται εργατικά ατυχήματα.

* Ο γερμανικός κατάλογος επαγγελματικών ασθενειών συμπεριλαμβάνει λοιμώξεις από ιούς τους οποίους θεωρεί ως επαγγελματική ασθένεια εάν ο εργαζόμενος εργάζεται στον κλάδο της υγειονομικής περίθαλψης. Αλλά δεν θεωρεί τον ιό επαγγελματική ασθένεια για οποιονδήποτε άλλο κλάδο οικονομικής δραστηριότητας (όπως δημόσιες συγκοινωνίες, σούπερ μάρκετ, κατασκευές, υπάλληλοι γραφείων κ.λπ.).

* Στη Νότια Αφρική η Covid-19 αναγνωρίζεται ως μια επαγγελματικά λαμβανόμενη νόσος ιού εάν είναι το αποτέλεσμα της επαγγελματικής έκθεσης η οποία συμβαίνει σε ένα περιβάλλον εργασίας υψηλού κινδύνου ή σε περιοχές και χώρες υψηλού κινδύνου.

* Ο φορέας αποζημίωσης των εργαζομένων στον Καναδά αποζημιώνει τους/τις εργαζομένους/ες για τη νόσο Covid-19 εάν υπάρχει ιατρική απόδειξη ότι ο/η εργαζόμενος/η έχει εκτεθεί στον ιό στην εργασία του/ης.

* Στη Γαλλία η κυβέρνηση υπαναχώρησε από τα αρχικά της σχέδια (με βάση τα οποία θα καλύπτονταν ευρύτερες κατηγορίες εργαζόμενων) και τελικά το διάταγμα της 15ης Σεπτεμβρίου 2020 περιορίζει για την ώρα την αυτόματη αναγνώριση της Covid-19 ως επαγγελματικής ασθένειας μόνο σε εκείνους τους εργαζόμενους στον τομέα της Υγείας που χρειάζονται παροχή οξυγόνου για τη θεραπεία μιας λοίμωξης που προκαλείται από τον ιό SARS-CoV-2. Η αντίδραση των γαλλικών συνδικάτων ήταν έντονη, διότι, όπως τόνισε το CGT, το διάταγμα αφήνει όλους τους μη εργαζόμενους στον τομέα της υγειονομικής περίθαλψης εκτός της αυτόματης αναγνώρισης.

Ήδη από τον Μάιο του 2020 υπάρχει σχετική πρόβλεψη από τη EUROSTAT η οποία καλεί τις «χώρες που αναφέρουν ατυχήματα στην εργασία να χρησιμοποιούν τον πρόσφατα δημιουργημένο κωδικό ‘073’».«Για την καταγραφή των περιπτώσεων επαγγελματικής νόσου Covid-19 η EUROSTAT προτείνει τη χρήση της μεταβλητής ICD της μεθοδολογίας καταγραφής επαγγελματικών ασθενειών EODS».

Την ίδια ώρα, δύο ευρωπαϊκές Οδηγίες συστήνουν: α) τη συμπερίληψη του ιού SARS-CoV-2 στον κατάλογο των βιολογικών παραγόντων για τους οποίους είναι γνωστό ότι προσβάλλουν τον άνθρωπο και β) την προστασία των εργαζομένων από κινδύνους που διατρέχουν λόγω της έκθεσής τους σε βιολογικούς παράγοντες κατά την εργασία (2000/54/ΕΚ).

Θα πρέπει να αναφερθεί, ότι η ΑΔΕΔΥ έχει ήδη υιοθετήσει την πρόταση της ΕΑΕΚ.

Δεύτερο Θέμα: Προσπάθεια επιβολής ηλεκτρονικής ψηφοφορίας

Η τοποθέτηση της παράταξης ήταν αναλυτικά η παρακάτω:

Η λειτουργία του ΥΣ, αυτού του σημαντικότατου συλλογικού οργάνου Διοίκησης, είναι κορυφαίο θέμα , για τους εργαζόμενους, αλλά όπως φαίνεται και από την πρόσφατη καρατόμηση των αιρετών εκπροσώπων μας στα ΣΕΠ και για την Πολιτεία.

Η εμμονή της Πολιτείας να διεξαχθούν οι εκλογές των αιρετών εκπροσώπων μας σε αυτά εν μέσω πανδημίας, προφανώς και δεν είναι διόλου τυχαία.

Οι ενστάσεις μας για τη διεξαγωγή ηλεκτρονικής ψηφοφορίας είναι:

Η απόφαση λαμβάνεται χωρίς προηγούμενη διαβούλευση

Η διεξαγωγή των εκλογών τώρα, απαγορεύει τη διαδικασία εφαρμογής του δικαιώματος του “συνέρχεσθαι”, τη διεξαγωγή συναντήσεων και συνελεύσεων για απολογισμό έργου και παρουσίαση αιρετών .Τίθεται λοιπόν, θέμα δημοκρατίας.

Η διαδικασία δεν εγγυάται το αδιάβλητο, τη μυστικότητα της ψηφοφορίας, την προστασία ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων.

Ζητάμε:

Απόσυρση όλων των συνδυασμών από τη διαδικασία των ψηφιακών εκλογών-παρωδία.

ΟΧΙ εκλογικές διαδικασίες όσο υπάρχουν περιορισμοί και μέτρα που εμποδίζουν την επαφή , αλλά και υποχρεώνουν τους συναδέλφους να απουσιάζουν.

Παράταση της θητείας των αιρετών-Τέρμα στους εκβιασμούς.

Για την ΠΑΕΚ /ΟΣΥΑΠΕ

Α.Παπαλεξίου

Α.Τζάκος

Π.Καφαντάρης