του Δημήτρη Μακρέα*

Αν κάτι φαίνεται να κατασταλάζει ως γνώση για την πορεία της πανδημίας είναι ότι δεν έχουμε ζήσει πάρα μόνο την αρχή της. Ο SARS CoV-2 ήρθε για να μείνει και να αποτελέσει μια τεράστια πρόκληση για το σύνολο της ανθρωπότητας.

Όχι μόνο για τα υγειονομικά συστήματα , αλλά για το σύνολο των εκφάνσεων της ανθρώπινης δραστηριότητας. Η αντιμετώπιση του πρώτου κύματος της πανδημίας στην Ελλάδα συνοδεύτηκε με διθυραμβικά σχόλια για την ετοιμότητα του κρατικού μηχανισμού και την έγκαιρη λήψη μέτρων κοινωνικής αποστασιοποίησης.

 

Η αλήθεια είναι ότι οι αριθμοί σε πρώτη ανάγνωση δικαιώνουν τα σχόλια και δημιουργούν μια αίσθηση ευφορίας ως την αναχαίτιση του SARS CoV-2. Στην πραγματικότητα τα μέτρα κοινωνικής αποστασιοποίησης ήταν μονόδρομος σε μια χώρα με διαλυμένο σύστημα υγείας, δραματικά υποστελεχωμένο, με ελάχιστες κλίνες ΜΕΘ , κατακερματισμένη και ανεπαρκή Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας και σε δυσμενή θέση στον παγκόσμιο ανταγωνισμό για την εξασφάλιση τεστ ανίχνευσης του ιού , αναπνευστήρων και μέσων ατομικής προστασίας για τους επαγγελματίες υγείας.

Αποτελεί μια επί της ουσίας ομολογία της δεινής θέσης στην οποία μας οδήγησαν οι διαχρονικές επιλογές της πολιτικής και οικονομικής ελίτ. Σε κάθε περίπτωση όμως, τα έγκαιρα μέτρα κοινωνικής αποστασιοποίησης έπαιξαν τον ρόλο τους με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, δίνοντας τον απαραίτητο χρόνο για την προετοιμασία αντιμετώπισης των επιδημικών κυμάτων που θα ακολουθήσουν και τη σαφέστερη τεκμηρίωση των διαθέσιμων προληπτικών και θεραπευτικών επιλογών.

Αν η ιστορική πορεία της πανδημίας τελείωνε εδώ, με το τέλος του πρώτου κύματος, οι πανηγυρισμοί θα είχαν πραγματικό έρεισμα. Το πρόβλημα όμως είναι ότι το εξαιρετικά θετικό του -παγκοσμίως- πολύ χαμηλού αριθμού θανάτων συνοδεύεται από το εξαιρετικά αρνητικό του -παγκοσμίως- πολύ χαμηλού ποσοστού συλλογικής ανοσίας , αν και για το τελευταίο μόνο εικασίες μπορούμε να κάνουμε με βάση μαθηματικά μοντέλα. Οι πραγματικοί πανηγυρισμοί θα είχαν θέση σε περίπτωση χαμηλού αριθμού θανάτων με υψηλά ποσοστά συλλογικής ανοσίας.

Με βάση την κοινή παραδοχή ότι ο αγώνας ενάντια στον SARS CoV-2 είναι μόλις στην αρχή του ,έχει ιδιαίτερη σημασία να εντοπίσουμε τις αδυναμίες στην διαχείριση της πανδημίας και τα κενά στην προετοιμασία για το επόμενο. Θα αναφερθώ αποκλειστικά στις υστερήσεις στην ΠΦΥ και την κοινότητα , καθώς δεν έχω βιωματική εμπειρία για το χώρο της Β/Γ βάθμιας περίθαλψης αν και πιστεύω ότι προετοιμασία και σε αυτό το επίπεδο υπολείπεται τραγικά σε σχέση με τις ανάγκες ενός -ακόμα και ελάχιστα- μεγαλύτερου επιδημικού κύματος τη στιγμή που υπάρχει και τεράστιο πρόβλημα στην αντιμετώπιση όλων των νοσημάτων ,αλλά και τη λειτουργία της εφημερίας.

Τα ιατρεία στην Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας και το επιστημονικό προσωπικό σε αυτήν επί της ουσίας δεν έπαιξε κανένα ρόλο στη διαχείριση του πρώτου κύματος. Παρότι ο covid 19 είναι επί της ουσίας μία λοίμωξη της κοινότητας ,σε επίπεδο κοινότητας δεν έγινε κανενός είδους διαχείριση , δεν αξιοποιήθηκε το επιστημονικό δυναμικό που δουλεύει στην κοινότητα, η συντριπτική πλειοψηφία των κρατικών και ιδιωτικών δομών στην κοινότητα είτε έκλεισαν , είτε υπολειτουργούσαν, ενώ οι ελάχιστες ειδικές δομές (κέντρα covid) θα είναι έτοιμες μετά το τέλος του πρώτου κύματος. Οι περίφημες κινητές μονάδες δεν έχουν καν συσταθεί και στην καλύτερη των περιπτώσεων θα λειτουργήσουν το Σεπτέμβριο. Και αν για τα μεγάλα αστικά κέντρα οι δομές υποδοχής πιθανών κρουσμάτων στα νοσοκομεία μπόρεσαν να σηκώσουν το βάρος της διαχείρισης, με δεδομένο το μικρό αριθμό κρουσμάτων , η κατάσταση στην επαρχία και ειδικά στη νησιωτική Ελλάδα ήταν απλά τραγική. Χαρακτηριστική της πλήρους ανυπαρξίας οργάνωσης ήταν η εντολή για εντατικοποίησης των δράσεων αγωγής υγείας στα σχολεία μερικές ώρες πριν κλείσουν τελικά τα σχολεία!

Πολύ πιο σημαντική ως ανεπάρκεια της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας αναδείχθηκε η ανυπαρξία του “οικογενειακού” ή “προσωπικού” ιατρού τη στιγμή που η μόνιμη σύσταση του τηλεφωνικού κέντρου του ΕΟΔΥ ήταν “επικοινωνήστε με το γιατρό σας” . Στην Ελλάδα όμως ποτέ δεν υπήρξε θεσμικά ολοκληρωμένη παρέμβαση που να εξασφάλιζε ότι κάθε άνθρωπος έχει και το “γιατρό του”. Το αποτέλεσμα ήταν ότι η συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων που παρέμεναν σπίτι τους μετά από οδηγία του ΕΟΔΥ να μην έχουν κανενός είδους παρακολούθηση. Αλλά και στις περιπτώσεις που υπήρχε απομακρυσμένη (συνήθως τηλεφωνική παρακολούθηση) αυτή γινόταν χωρίς ενιαίο, συγκεκριμένο πρωτόκολλο. Εξαιρετικά δυσχερής ,έως αδύνατη ήταν και η κλινική εξέταση και αξιολόγηση των ανθρώπων που έμεναν στο σπίτι, με δεδομένη τη σχεδόν μηδενική διαθεσιμότητα μέτρων ατομικής προστασίας.

Η δυσλειτουργία της ΠΦΥ δεν αποτέλεσε μόνο πρόβλημα στη διαχείριση της πανδημίας, αλλά και στη διαχείριση του συνόλου των οξέων και χρόνιων νοσημάτων της κοινότητας. Επίσης εξαιρετικά δύσκολη ήταν η διασύνδεση με τα νοσοκομεία αναφοράς για περιπτώσεις ανθρώπων που υπό κανονικές συνθήκες θα έπρεπε να νοσηλευτούν είτε για θεραπεία είτε για διερεύνηση σοβαρών νοσημάτων. Και αν αυτή η δυσλειτουργία έχει βραχύ χρονικό ορίζοντα και ημερομηνία λήξης το ρίσκο ,η καθυστέρηση και η τελική ζημία ίσως και να είναι δικαιολογημένα. Μέχρι πότε όμως? Ειδικά όσο η έγκαιρη ανίχνευση του συνόλου των κρουσμάτων δεν είναι εφικτή και η “στεγανοποίηση” των διαδικασιών και ο διαχωρισμός των ανθρώπων που νοσούν καθυστερεί , οι δομές τόσο στην ΠΦΥ αλλά και στις άλλες βαθμίδες υπηρεσιών υγείας κινδυνεύουν να είναι σημεία διασποράς και όχι αντιμετώπισης της νόσου.

1135 (Τηλεφωνικό κέντρο του ΕΟΔΥ) Η αποτυχία ήταν παταγώδης. Τεράστιες αναμονές για λήψη οδηγιών από τηλεφωνητές χωρίς στοιχειώδη γνώση του αντικειμένου που μάλλον δημιουργούσαν σύγχυση ,παρά πρόσφεραν αποτελεσματική και αξιόπιστη καθοδήγηση. Εξίσου δυσλειτουργική ήταν και η υποστήριξη των επαγγελματιών υγείας από το κέντρο επιχειρήσεων με την υποτιθέμενη καθοδήγηση να μην απαντά στα πραγματικά προβλήματα της καθημερινότητας ,αλλά επί της ουσίας να αποθαρρύνει την κλινική εξέταση και να εφαρμόζει το δόγμα των ελάχιστων τεστ ,ακόμα και όταν αυτό δημιουργούσε σοβαρά προβλήματα στη διαχείριση πιθανών κρουσμάτων στην κοινότητα.

Ο αλγόριθμος “Αντιμετώπιση Επιβεβαιωμένου Κρούσματος COVID-19 Εκτός Νοσοκομείου” που ανακοινώθηκε από τον ΕΟΔΥ δημιούργησε τεράστια σύγχυση αφού πρότεινε συγκεκριμένη θεραπεία σε επιβεβαιωμένα κρούσματα, τη στιγμή που η επιλογή ήταν λήψη τεστ και επιβεβαίωση μόνο για ανθρώπους με σοβαρά συμπτώματα και ειδικές κατηγορίες. Αυτό σημαίνει ότι μια μεγάλη μερίδα ασθενών ενδεχομένως στερήθηκε μια θεραπευτική επιλογή που θα είχε λάβει αν είχε επιβεβαιωθεί η νόσος. (Βεβαίως υπάρχει και τεράστια κριτική σε σχέση με την τεκμηρίωση της συγκεκριμένης θεραπευτικής επιλογής,αλλά και τη δυνατότητα εφαρμογής στην πράξη από τη στιγμή που η ασφαλής χορήγηση της προτεινόμενης θεραπείας απαιτεί τουλάχιστον μία αρχική αξιολόγηση και καρδιογράφημα πιθανώς κάθε μέρα).

Οργανωμένο σύστημα επιδημιολογικής επιτήρησης και έρευνας στην κοινότητα δεν υπάρχει με αποτέλεσμα οι εκτιμήσεις για τον επιπολασμό της νόσου να βασίζονται κυρίως σε αναγωγές επί των θανάτων και των βαρέων πασχόντων και εικασίες περί του ποσοστού συλλογικής ανοσίας. Και ενώ στη φάση της άρσης των περιορισμών η έγκαιρη αναγνώριση των κρουσμάτων και η ιχνηλάτησαν των επαφών θα παίξει καθοριστικό ρόλο στη διατήρηση χαμηλού ρυθμού διασποράς δεν φαίνεται να υπάρχει καμία προετοιμασία ως προς αυτό το ζήτημα.

-Η απαιτούμενη (για πολλούς λόγους-όχι μόνο υγειονομικούς) αποσυμφόρηση των “δομών φιλοξενίας μεταναστών” (αν και η ορολογία είναι πολύ μακριά από την πραγματικότητα) δεν έγινε ποτέ ,με αποτέλεσμα να αποτελούν μια εν δυνάμει επιδημιολογική βόμβα και κίνδυνο ανθρωπιστικής καταστροφής

Εκτεταμένες και στοχευμένες δράσεις δράσεις αγωγής υγείας σε σχολεία, δομές ηλικιωμένων και στην κοινότητα δεν έγιναν ποτέ και μέχρι σήμερα δεν φαίνεται να έχει υπάρξει σχεδιασμός ,ειδικά εν όψη της σταδιακής άρσης των μέτρων περιορισμού. Και είναι κοινός τόπος ότι η κατανόηση βασικών μέτρων προφύλαξης και υγιεινής είναι ζωτικής σημασίας για τη διατήρηση χαμηλού ρυθμού διασποράς, αλλά και ότι γίνονται τερατώδη σφάλματα ακόμα και εντός των υγειονομικών χώρων.

Η γνώμη μου είναι ότι δυστυχώς πίσω από την επιτυχή αντιμετώπιση του πρώτου κύματος της πανδημίας με τα μέτρα περιορισμού να παίζουν καθοριστικό ρόλο , η προετοιμασία σε όλα τα άλλα τα επίπεδα είναι από προβληματική ως ανύπαρκτη. Και η κριτική γίνεται για να μπορέσουμε να προετοιμαστούμε ,όσο καλύτερα γίνεται. Να αξιοποιήσουμε τον -κυριολεκτικά- ζωτικής σημασίας χρόνο που κερδήθηκε. Αναλαμβάνοντας ο καθένας το μερίδιο ευθύνης που του αντιστοιχεί ,αλλά και απαιτώντας από την πολιτεία να αναλάβει τις δικές της ευθύνες.

Εύστοχη ανάρτηση  Δημήτρη Μακρέα η οποία αξίζει να διαβαστεί.

Πηγή: